Απόρρριψη ανακοπής κατά Διαταγής Πληρωμής

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

 

αριθμός απόφασης 807/2011

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Νίκη Αστερή, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Έφη Κοντού.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 26 Ιανουαρίου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των ανακοπτόντων: 1) Της …. 2) ……οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στοΙΛικαστήριο από τον πληρεξούσιο   δικηγόρο  τους  Κ.   Μπουραντά 3)  …. ο οποίος εκπροσωπήθηκε  από την  πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Ροίδου.

Της καθ’ ης η ανακοπή: Της Ανώνυμης Εμπορικής Βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία …………….η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια των πληρεξουσίων της δικηγόρων Διαμαντή Μπιλιάνη και Διάμάντως Μουρούτσου.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 23-3-2009 ανακοπή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό 755/2009 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 16-12-2009 και μετά από αναβολές κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη  διάταξη του άρθρου  17 του Ν  5325/1932 περί συναλλαγματικών, τα εκ της συναλλαγματικής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν ν” αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της συναλλαγματικής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη. Δηλαδή, για τη δυνατότητα αντιτάξεως κατά του τρίτου κομιστή ενστάσεων που στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εκδότη και προηγουμένων κομιστών, απαιτείται, αφενός γνώση από τον κομιστή της συναλλαγματικής του λόγου της ενστάσεως κατά τον χρόνο της κτήσεως της και αφετέρου σκοπός βλάβης του οφειλέτη. Και είναι αλήθεια, ότι τι εκ συναλλαγματικής ενοχή είναι αναιτιώδης γιατί μεταξύ των κατά το άρθρο 1 του ως άνω νόμου αναφερομένων

 

ο δε κομιστής ασκώντας αγωγή προς πληρωμή δεν έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί   και   αποδείξει   την   αιτία   εκδόσεως   της,   αλλά   ο καλούμενος σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση με αυτόν ή αν ο τελευταίος κατά την απόκτηση της συναλλαγματικής ενήργησε προς βλάβη   του,   ότι   η   πληρωμή   αυτής   οδηγεί   σε   αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι ο λόγος της εκδόσεως της εξέλιπε (ΑΠ: 8/1994 ΕλλΔνη 1995, 347, ΑΠ 482/1990 ΝοΒ 39, 923). Ενέργεια δε προς βλάβη του οφειλέτη υπάρχει, όταν ο κομιστής είχε τη συνείδηση ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν δυνατόν,να ματαιωθεί η προβολή της ένστασης αυτής από τον οφειλέτη, με συνέπεια φυσικά να οδηγηθεί   ο   τελευταίος στην πληρωμή της επιταγής ή της συναλλαγματικής, η οποία πληρωμή χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα γινόταν (ΕφΑΘ 699/1994 ΕΕμπΔ 1995,252, ΕφΘεσ 2818/1992 Αρμ46, 1120).

Εισάγονται προς συζήτηση η από 19-6-2009 και με αριθμό κατάθεσης 754/2009 ανακοπή και οι από 11-1-2011 και με αριθμό κατάθεσης 58/2011 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, που πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, εφόσον εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων των διαδίκων (άρθρα 246 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Οι ανακόπτοντες ζητούν με την από 19-6-2009 και με αριθμ. κατάθ. δικογράφου 754/2009 ανακοπή τους να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 5743/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού,η οποία εκδόθηκε για απαίτηση του καθού η ανακοπή, που προκύπτει από  τις  αναφερόμενες  συναλλαγματικές,  για τους  λόγους  που αναφέρουν στην ανακοπή τους. Η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 632 παρ.1, σε συνδυασμό με τα    άρθρα   585   παρ.   1   και   215   επ.   Κ.Πολ.Δ.),   όπως   σιωπηρά συνομολογείται   καθόσον   η   ανακοπτομένη   διαταγή   πληρωμή επιδόθηκε στους δεύτερο και τρίτο των καθών η διαταγή πληρωμής -  ανακόπτοντες στις 2-6-2009, όπως προκύπτει από τις υπ’αριθμ.822Γ και 823Γ/1-6-2000 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ………….και η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε στις 23-6-2009, όπως προκύπτει από την 7656Δ’/23-6-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …………, από δε την πρώτη ανακόπτουσα προς πάσης επιδόσεως σε αυτήν της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αρμοδίου καθ’ύλην (άρθρα 632 παρ. Γ εδ. α, 636 Κ.Πολ,Δ.) και κατά τόπον, διότι η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής πρέπει να ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο ανήκει ο δικαστής, που εξέδωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής (Ε.Α.3505/1987 ΕλλΔνη 29.328), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 637 επ. Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία δικάζεται η διαφορά από την απαίτηση (συναλλαγματική), για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής (άρθρα 632 παρ. 3, 635 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 633 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής ότι, η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί με βάση τις αναφερόμενες στην ανακοπή συναλλαγματικές εκδόσεως του καθής η ανακοπή τις οποίες αποδέχθηκε η πρώτη ανακόπτουσα, συνολικού ποσού 60.000 €, για το λόγο ότι αυτές οι συναλλαγματικές  εξεδόθησαν μετά από συμφωνία της πρώτης ανακόπτουσας και της καθής η ανακοπή και σε εκτέλεση του από 25-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, πλην όμως η καθής η ανακοπή δεν έχει αναποκριθεί  μέχρι και σήμερα στο σύνολο των συμβατικών της υποχρεώσεων, διο λόγο οι ανακόπτοντες αρνούνται την καταβολή του επιτασσόμενου με την ως άνω διαταγή πληρωμής ποσού, αφού η πρώτη καθής δεν έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, άλως οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η καθής η ανακοπή έχει καταστεί πλουσιότερη αφού   δεν εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες, καθιστάμενης της συμπεριφοράς αυτής της καθής η ανακοπή καταχρηστικής. Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής, είναι νόμιμοι στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 374, 281, 904 Κι 853 Α.Κ και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω οι β και τρίτος ων ανακοπτόντων ισχυρίζονται ότι κακώς εξεδόθη σε βάρος τους η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού με την από 23-1-2007 αυτοί εγγυήθηκαν προς την καθής εταιρεία για την πληρωτή αυτής από την πρώτη ανακόπτουσα της οφειλής σύμφωνα με τα από 23-7-2005 και από 12-9-2005 συμφωνητικά και ότι ως εκ τούτου ασκώντας  το δικαίωμα διζήσεως αρνούνταν την πληρωμή  των χρηματικών ποσών τα οποία έχουν επιταχθεί να πληρώσουν με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η καθής η ανακοπή δεν στράφηκε πρώτα κατά της πρωτοφειλέτριας. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 855 Α.Κ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν.

Ο τρίτος ανακόπτων …. ζητεί να γίνουν δεκτοί  οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής της κατά της υπ’αριθ. 5843/2009   διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής του παραδεκτά εισάγονται για να συζητηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 632 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κατά την   ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 635 επ. του Κ.ΠολΔ.και ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 585 παρ.2 του ΚπολΔ, γιατι οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προτάθηκαν με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή οκτώ ημέρες πριν από ορισθείσα στις 26-1-2011 συζήτηση της ανακοπής, ήτοι 2011, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 7.304Β712-1-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών … Επομένως πρέπει να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των πρόσθετων λόγων ανακοπής, των οποίων την απόρριψη ζήτησε η καθ’ ης η ανακοπή.

Με τον πρώτο λόγο ανακοπής των προσθέτων λόγων-του ο τρίτος ανακόπτων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ανακοπτομενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5325/1932 περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν και ότι ο ίδιος επιτάσσεται να καταβάλει τα ως άνω ποσά ως εγγυητής πλην όμως καμία τέτοια ιδιότητα του δεν προκύπτει από τα σώματα των συναλλαγματικών και ως εκ τούτου παραβιάζεται η αρχή της γραμματοπάγειας. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 5325/1932 και,πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν. Επίσης ο ίδιος ανακόπτων με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η δήλωση βουλήσεως του όπως διατυπώθηκε στην από 23-1-2007 δήλωση εγγυήσεως τυγχάνει άκυρη αφού αυτή αποτελεί προίον πλάνης στο πρόσωπο του για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγους. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμιμος στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 154 Α.Κ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστικά άποψη. Επίσης ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά της καθής έρχεται σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη αφού η εκ μέρους του συνομολόγηση της από 23-1-2007 δήλωσης εγγυήσεως, εγενέτο εκμεταλλευόμενη από την καθής η ανακοπή της απειρίας του ανακόπτοντος περί των συναλλαγών. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμιμος στηρίζεται στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρου 179 Α.Κ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που   εξετάστηκαν   στο   ακροατήριο   του  Δικαστηρίου   αυτού   με επιμέλεια των διαδίκων και των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στα  ταυτάριθμα με την παρούσα  απόφαση  πρακτικά  δημόσιας  συνεδρίασης, τις υπ’ αριθμ. 757 και 758 από 26-1-2010 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της καθ’ ης η ανακοπή, οι οποίες λήφθησαν κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των ανακοπτόντων (βλ. τις υπ’ αριθμ. …εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών …..καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται  και  προσκομίζουν νόμιμα,  τα  οποία  λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθής η ανακοπή εταιρεία δραστηριοποιείται, στο χώρο της κατασκευής και εγκατάστασης   επαγγελματικών κουζινών για Ξενοδοχεία, εστιατόρια. Η πρώτη των καθ ων εκμεταλλεύεται στην περιοχή της …. εστιατόριο και επιθυμούσε την εγκατάσταση νέας κουζίνας, μετά δε από διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα ανάμεσα στην πρώτη ανακόπτουσα και την καθής η   ανακοπή, συνήψαν το από 23/7/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η καθής η ανακοπή ανέλαβε την κατασκευή νέας κουζίνας στο ισόγειο και στο υπόγειο του επί της οδού …………..ακινήτου της πρώτης των ανακοπτόντων. Με βαση το παραπάνωί συμφωνητικό, το κόστος της κουζίνας του ισογείου ανερχόταν σε 89.037 € πλέον ΦΠΑ και το κόστος της κουζίνας του υπογείου ανερχόταν σε 41.652. € πλέον ΦΠΑ. Στη συνέχεια η καθής η ανακοπή ήλθε με την 1η των ανακοπτόντων σε νέα συμφωνία και συνήψαν, από 12-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε αντικείμενο την τοποθέτηση απορροφητήρα στις κουζίνες του ισογείου και του 1ου ορόφου και τον κλιματισμό του υπογείου, της εισόδου του καταστήματος και του εξαερισμού των τουαλετών. Με βάση το συμφωνητικό αυτό και τις προσαγόμενες και επικαλούμενες προσφορές που συνοδεύουν το παραπάνω συμφωνητικό, το κόστος για τους απορροφητήρες του   ισογείου και του 1ου ορόφου ανερχόταν στο ποσό των 25.169 € πλέον ΦΠΑ, το κόστος του κλιματισμού του υπογείου, της εισόδου του καταστήματος και του εξαερισμού των τουαλετών ανερχόταν στο ποσό των 35.025 € πλέον ΦΠΑ και το κόστος του κλιματισμού και εξαερισμού των αιθουσών στο ποσό των 134.054 € πλέον ΦΠΑ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθής η ανακοπή ολοκλήρωσε κατά τα συμφωνηθέντα το έργο και μάλιστα, η α’των αντιδίκων από το Δεκέμβριο του 2005, κάνει συνεχή και ακώλυτη χρήση αυτού. Μάλιστα   το   κατάστημα   της   καθ   ης   λειτούργησε  ήδη τα Χριστούγεννα του 2005 με τις νέες εγκαταστάσεις που η καθη η ανακοπή τοποθέτησε (κουζίνες, εξαερισμός, κλιματισμός κ.λ,π (βλ.την υπ’ αριθμ. 758/2011 ένορκη βεβαίωση του ……, μηχανικού της καθής η ανακοπή, ο οποίος καταθέτει ότι για να δείξω ότι το έργο έχει εκτελεστεί και λειτουργεί αναφέρω ότι στα εγκαίνια του καταστήματος το Δεκέμβριο του 2005 και σε ένδειξη ευχαρίστησης της ανακόπτουσας, αυτή είχε προσκαλέσει το προσωπικό της εταιρείας …..). Το συνολικό κόστος όλων των παραπάνω εργασιών ανήλθε στο ποσό των 326.687€ (…) και τρόπος  καταβολής αυτού, συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά (και ειδικότερα ένα τμήμα ποσού προκαταβλήθηκε και στην συνέχεια προβλέφθηκε η τμηματική εξόφληση του ως άνω συνολικού ποσού τοις μετρητοίς αλλά και με επιταγές. Συγκεκριμένα στις 25/7/2005 η πρώτη ανακόπτουσα προκατέβαλε στην καθής η ανακοπή ποσό 30.000 ευρώ, στις 13/9/2005 μας προκατέβαλε ποσό 20.000 ευρώ με την υπ’ αρ. 33636350-8/5-12-2005 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, η οποία όμως δεν πληρώθηκε και επιστράφηκε από την πρώτη ανακόπτουσα στην καθής η ανακοπή στις 1/12/2005 και στη συνέχεια η πρώτη ανακόπτουσα παρέδωσε στην καθής η ανακοπή την υπ’ αρ. 00000005- 1/30-1-2006 επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 30.000 ευρώ, η οποία όμως και πάλι δεν πληρώθηκε (σχετ.5). Ενόψει δε ότι η ανακόπτουσα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα συμφωνήθηκε ότι για την οφειλή της συνολικού ποσού 240.000€, να παραδοθούν ότε  και πράγματι παραδόθησαν  στις 6//2006  από  την  πρώτη ανακόπτουσα στην καθής η ανακοπή έξι (6) επιταγές εκδόσεως της σε διαταγήν της καθής η ανακοπή, πληρωτέες στο κατάστημα της …. με ημερομηνία εκδόσεως ………… η έκτη. Κατά τη λήξη των ως άνω επιΐάγών αυτές και πάλι δεν πληρώθησαν και προς διευκόλυνηση της πρώτης ανακόπτουσας σε μία προσπάθεια από την καθής η ανακοπή είσπραξης των οφειλόμενων υπεγράφη το από 29/9/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων, να μην εμφανιστούν στην πληρώτρια τράπεζα οι ως άνω επιταγές, να επιστραφούν στην οφειλέτιδα εταιρεία …..και να αντικατασταθούν με, νέες επιταγές εκδόσεως πάλι της ….πληρωτέων ως ακολούθως: α)…. ρ) Και πάλι όμως δεν κατέστη δυνατή η η πληρωμή των ως άνω επιταγών με αποτέλεσμα στις 25/11/2007 να υπογραφεί νέο ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο οποίο, συμφωνήθηκε αφενός η επιστροφή των  ως άνω  επιταγών κα. αφετέρου η καθής η ανακοπή εξέδωσε 27 συναλλαγματικές τις οποίες απεδέχθη η πρώτη ανακόπτουσα. Οι συναλλαγματικές αυτές συνολικού ποσού 257.000 ευρώ, ήτοι όσο και το οφειλόμενο.προς την καθής η ανακοπή, επίσης συμφωνήθηκε η καταβολή απο την πρώτη ανακόπτουσα προς την καθής η ανακοπή και ποσού 3.500 € για νόμιμους τόκους επί του ανωτέρω ποσού. Περαιτέρω στο ως άνω συμφωνητικό προσαρτήθηκε η από 23-1-2007 εγγύηση πληρωμής σύμφωνα με την οποία οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων ήτοι… και …. αντίστοιχα εγγυήθησαν για την πληρωμή των συναλλαγματικών που απεδέχθη η πρώτη των ανακοπτόντων ως εξής: Ο … το 35% του άνω ποσού, ήτοι ποσό 90.125 €, ενώ το 65 %, ήτοι ποσό 167.375 € εγγυήθηκε ο … Οι ως άνω τυγχάνουν εταίροι της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας. Περαιτέρω οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η καθής η ανακοπή δεν έχει παραδώσει τα συμφωνηθέντα βάσει των ως άνω συμφωνητικών εμπορευμάτων. Πλην όμως όπως προκύπτει από το υπ’αρ.1057/9-1-2006 δελτίο αποστολής, έχουν παραδοθεί τα εμπορεύματα αυτά που αναφέρουν οι  ανακόπτοντες στο υπ’ αριθμ. 00210 και 00212 δελτίο αποστολής τιμολόγιο, ήτοι τροχήλατη λεκάνη, λάντζα με λεκάνη, επίτοιχο ράφι, τραπέζι χωρίς ράφι, τραπεζοερμάριο, ερμάριο, ερμάριο σερβιτόρων, ραφάρι, επίτοιχο ράφιο επί 2, βάση με οδηγούς, βέργα για ανάρτηση κουτάλων, ανοξείδωτη φάσα ως δε προκύπτει από το ως άνω δελτίο αποστολής τιμολόγιο τα ως άνω εμπορεύματα είχαν παραμείνει στον χώρο της καθής η ανακοπή λόγω αδυναμίας παραλαβής από τον πελάτη κι εν προκειμένω απόν την πρώτη των ανακοπτόντων. Αναφορικά δε με τα λοιπά εμπορεύματα που αναφέρονται στο δικόγραφο της ανακοπής, ήτοι ραφάρια, ρόδες καλαθιού, καλάθι με καπάκι, δοχείο καταιωνιστήρας, λεκάνη χεριών, τα οποία αφορούσαν τη λειτουργία της κουζίνας που έμελε να λειτουργήσει τον τρίτο όροφο, πλην όμως από λόγους που αφορούσαν την πρώτη ανακόπτουσα η κουζίνα αυτή δεν κατασκευάστηκε (βλ. την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με τήν επιμέλεια της καθής η ανακοπή «δεν συνδέθηκε ο εξαερισμός είναι εκεί τα μηχανήματα αλλά δεν υπάρχει κουζίνα για να συνδεθεί, μέχρι εκεί που μας επιτρέπει η κατάσταση της οικοδομής έχουμε κάνει ότι είχαμε     αναλάβει … δεν διαμαρτυρήθηκε η …, ολοκληρώθησαν οι εργασίες, το μαγαζί λειτουργεί από το 2005. Τα εμπορεύματα εν πάσει περιπτώσει παραδόθησαν από την καθής η ανακοπή προς την πρώτη των ανακοπτόντων στις 21/12/2009 (βλ. το υπ’ αριθμ. 6766/ 21-12-2009 δελτίο αποστολής (ραφάρια, ρόδες καλαθιού, καλάθι με καπάκι, δοχείο, καταιωνιστήρα, λεκάνη χεριών) γυψοσανίδες από την καθ’ ης. Σημειωτέον ότι η πρώτη ανακόπτουσα διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για μη εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου στις 18-11-2009, με την αποστολή προς την καθής η ανακοπή εξωδίκου δηλώσεως, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να είχε αξιώσει την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας εναντίον της καθής η ανακοπή ή θα είχε ασκήσει κατά της υπ’αρ.12123/2008 διαταγής πληρωμής του κ. Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου εναντίον της, για συνολικό ποσό 29.000 ευρώ από πέντε (5) εκ των επίδικων είκοσι επτά (27) συναλλαγματικών, αλλά και δεν συνομολογήσει την καταβολή του ποσού των 3.500 €    για τόκους. Αντίθετα η καθής η ανακοπή όπως προκύπτει από τα από εξώδικο της που κοινοποίησε προς τους ανακόπτοντες ζητούσε απ τους τελευταίους την καταβολή των οφειλομένων σε αυτήν όπως είχαν εν τέλει προσδιορισθεί στο από 25-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Επομένως ο πρώτος λόγος ανακοπής που προβάλλουν οι ανακόπτοντες τυγχάνει απορριπτέος, αφού δεν προέκυψε ότι καθής η ανακοπή δεν εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο, γενομένης ενήμερε δεκτής της αντένστασης, κατ’ άρθρο 376 Α.Κ. που πρότεινε η καθής η ανακοπή, αφού η άρνηση καταβολής κατά τα ανωτέρω αντιβαίνει στην καλή πίστη αφού το μέρος του έργου που δεν εκτέλεσε η καθής η ανακοπή δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα. Περαιτέρω ο δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων προβάλλουν ως λόγο ανακοπής την ένσταση διζήσεως. Επ’ αυτού λεκτέα της εξης εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 12.123/2008 διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατά τα ανωτέρω εξεδόθη για μέροι της συνολικής οφειλής, η καθής η ανακοπή επιχείρησε να κάτασχε τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν στην έδρα της πρώτης τω; ανακοπτόντων. Πλην όμως η εκτέλεση αυτή απέβη άκαρπη, διότ αυτά δεν ανήκαν στην κυριότητα της, αλλά ήταν εκμισθωμένα απ( την εταιρεία με την επωνυμία “ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ”. Επομένως έχε εκπληρωθεί ο όρος της εκτελέσεως κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος αναβολής της εκτελέσεως κατά των εγγυητών, γενομένης δεκτής της νόμιμα προβαλλόμενης αντένστασης εκ μέρους της καθής η ανακοπή ήτοι του δευτέρου και τρίτου των ανακοπτόντων, απορριπτομένου του σχετικού λόγου ανακοπής ως ουσιαστικά αβασίμου, (βλ. σχ. Εφ Πατρών 1009/2004, Δημοσίευση, Σύντομη Απόστολος Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα Ι, αρθρ. 855, σελ. 1649).

Επί των προσθέτων λόγων: Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ο τρίτος των ανακοπτόντων ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση διαταγή πληρωμής στηριζόμενη στις  προσκομιζόμενες συναλλαγματικές είναι άκυρη, στρεφόμενη και εναντίον του ως εγγυητού υπέρ της αποδέκτριας εταιρείας, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το σώμα των επίδικων αξιόγραφων. Σύμφωνα με το άρ. 623 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρ. 624 έως 634 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρ. 626 § 3 ΚΠολΔ στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και με το συνδυασμό περισσοτέρων εγγράφων, εφόσον με αυτά αποδεικνύεται η χρηματική απαίτηση ή παροχή χρεογράφων.  Εξάλλου  κατά  το  άρ.   443  ΚΠολΔ  για  να  έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως  εκδότης   δε   θεωρείται   αυτός  που αναλαμβάνει υποχρέωση από το έγγραφο. Εν προκειμένω, η υπό κρίση  διαταγή  πληρωμής εκδόθηκε  κατόπιν της  από  3-2-2009 αιτήσεως της καθ’ης η ανακοπή μας, βάσει των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων ιδιωτικών εγγράφων, ήτοι: α) πέντε (5) συν/κών που εξέδωσε η καθής σε διαταγή της, στην Αθήνα στις 25/1/2007, συνολικού ποσού εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, και πληρωτέες στο κατάστημα της ΑLPHA ΒΑΝΚ (Μητροπόλεως) και τις οποίες αποδέχτηκε    αυθημερόν   της   εκδόσεώς  τους η πρώτη των ανακοπτόντων, β) του από 25/1/2007 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής της ως άνω εταιρείας και της της από 23/1/2007 δηλώσεως εγγυήσεως του αντιδίκου που φέρει τη ιδιόχειρη υπογραφή του και που προσαρτήθηκε στο ως άνω συμφωνητικό και με το οποίο ο τρίτος των ανακοπτόντων ανέλαβε ως εγγυητής κατά το ποσοστό που του αναλογούσε, ήτοι κατά 65% την ευθύνη καταβολής της οφειλής. Επομένως εφόσον η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε βάσει μόνο των συναλλαγματικών, αλλά βάσει του συνόλου των ως άνω εγγράφων, ο σχετικός λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης ο ανακόπτων………….προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η δήλωση εγγυήσεως είναι άκυρη λόγω πλάνης στο πρόσωπο του, αφού στην από 23.01.2007 δήλωση -σύμβαση  παροχής  εγγυήσεως υπήρξε  διάσταση   δηλώσεως και βουλήσεως μιας και η αληθής βούληση του ήταν να παράσχει εγγύηση υπέρ της εταιρίας …., της οποίας τυγχάνει εταίρος μέχρι της αξίας του ποσοστού συμμετοχής του σε αυτήν (εταιρική μερίδα). Και ναι μεν όπως προκύπτει από το υπ’ 1988/2005 καταστατικό σύστασης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης   με την επωνυμία ………….ο …. μετέχει στην ως άνω εταιρία με (828) επί συνόλου (3.450) αξίας (30) ευρώ το καθένα, πλην όμως ως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στην από 23-1-2007 δήλωση εγγυήσεως ο τρίτος ανακόπτων εγγυήθηκε για την καταβολή του 65% επί του συνολικού ποσού, ήτοι εγγυήθηκε για την καταβολή του ποσού των 167.275 € και ουδόλως αποδεικνύεται ότι εκ πλάνης εγγυήθηκε για ποσό πέραν της αναλογίας συμμετοχής του, ενόψει ότι ο ίδιος τυγχάνει ιατρός και επομένως πρόσωπο με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ πέραν τούτου δεν αποδείχθηκαν άλλα περιστατικοί από τα οποία να προκύπτει ότι ο τρίτος ανακόπτων ήθελε να εγγυηθεί μόνο για το 1/4 της συνολικής οφειλής. Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της ανακοπής του ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι η ως άνω συμπεριφορά της καθης η ανακοπή έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και την απαιτούμενη εντιμότητα στις συναλλαγές. Ο λόγος αυτός τυγχάνει ομοίως απορριπτέος αφού δεν προέκυψε η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 178 Α.Κ., ήτοι η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η συνδρομή ανάγκης κουφότητας ή απειρίας του ανακόπτοντος, την οποία και εκμεταλλεύθηκε η καθης η ανακοπή, αφού η συμμετοχή του τρίτου ανακόπτοντος σύμφωνα με το συστατικό της πρώτης ανακόπτουσας αφορά σε μία εταιρεία με μακρά πορεία στο χώρο της διασκέδασης και ως εκ τούτου ο τρίτος ανακόπτων ;απέβλεπε σε αυτήν τη συμμετοχή του. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή ως και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ώς αβάσιμα κατ’ ουσίαν, να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή σε βάρος των ανακοπτόντων (άρθρα 176, 191 παρ. 2 και 591 παρ.1 του Κ.Πολ.4), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους. διαδίκους την από 19-6-2009 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 754/2009 ανακοπή και το  από 11-1-2011   και   με   αύξοντα   αριθμό   58/2011 προσθέτων λόγων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους πρόσθετους λόγους.

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθμ. 5743/2009 διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της καθ ης η ανακοπή σε’ βάρος των ανακοπτόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Βεβαίωση παραβίασης Κανονισμου Πολυκατοικίας

Απόφαση με την οποία βεβαιώνεται η παραβίαση διατάξεων αποφάσεως και επιβολή των απειλούμενων κυρώσεων ήτοι χρηματικών ποινών και προσωπικής κράτησης

1248/2006

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Διαδ.εργατικών διαφορών).

 

Από την εκτίμηση της χωρίς όρκο εξέτασης των διαδίκων και των καταθέσεων των μαρτύρων του  στο  ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται (στα οποία περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομοτύπως στα πλαίσια προηγούμενης δίκης, που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ 343/2000 ΕλλΔνη 41.693), τις υπ’ αριθμ. 3018 και 3019/16.2.2006 και 7396/14.4.2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, μετά από κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. 2715β/13.2.2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών …. για τις δύο πρώτες και την εμπεριεχόμενη στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού κλήτευση της εναγομένης για την τρίτη, σημειώνεται ότι οι ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται με την προσθήκη επί των προτάσεων της η εναγομένη δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθώς δε προηγήθηκε κλήτευση της ενάγουσας και   την   εν   γένει  διαδικασία   αποδείχθηκαν   τα   ακόλουθα   κρίσιμα   πραγματικά περιστατικά:  Η αιτούσα είναι ιδιοκτήτρια  κατά ποσοστό   ½ εξ αδιαίρετου  μια οριζόντιας ιδιοκτησίας διαμερίσματος του Β’ ορόφου (Β-Ι) της πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί των οδών…………δυνάμει του υπ’αριθμ……..  αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου … που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Η εν λόγω πολυκατοικία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3141/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους) δυνάμει της υπ’ αριθμ….. πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών … που έχει μεταγραφεί    νόμιμα.    Εξάλλου, η ενάγουσα είναι διαχειρίστρια αυτής της πολυκατοικίας από την 15.4.2003 μέχρι το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, δυνάμει των από 15.4.2003, 19.5.2004, 19.1.2005 και 21.11.2005 πρακτικών γενικής συνέλευσης. Η εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια οριζοντίου ιδιοκτησίας, διαμερίσματος του   Γ  ορόφου   της   ιδίας   πολυκατοικίας,   δυνάμει   του   υπ’   αριθμ. 10497/1990 συμβολαίου  της συμβολαιογράφου  Αθηνών. Η εν λόγω πολυκατοικία είναι τριώροφη και αποτελείται από τρία οροφοδιαμερίσματα. Κατόπιν της από 2.2.2004 αίτησης της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου  αυτού  εκδόθηκε η  υπ’  αριθμ.  4817/2004 απόφαση  ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά στην εναγομένη να διαταράσσει την ησυχία της ενάγουσας και των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας και να παραβαίνει το  νόμο  και τον  κανονισμό   και ειδικότερα : α) Υποχρεώθηκε να απομακρύνει από τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας   (διαδρόμους,κλιμακοστάσια, λεβητοστάσιο, είσοδο, υπόγειο) τα διάφορα αντικείμενα της, έπιπλα, καρέκλες, μεγάλα χάρτινα κουτιά που περιέχουν αντικείμενα, ώστε να είναι δυνατή η ελεύθερη διακίνηση στους χώρους αυτούς και να μην παρακωλύεται η σύγχρησή τους από την ενάγουσα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, επιτρέποντας στην ενάγουσα να προχωρήσει η ίδια στην   απομάκρυνση των πραγμάτων με δαπάνες της εναγομένης,  ενώ   υποχρέωσε   την   τελευταία να παραλείπει στο μέλλον να καταλαμβάνει κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας με την εναπόθεση σ’ αυτούς πραγμάτων, απειλώντας για κάθε παράβαση χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ υπέρ της ενάγουσας και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. Β) Υποχρεώθηκε να παραλείπει να διαταράσσει την ησυχία της ενάγουσας και των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας με υπερβολικούς θορύβους, ιδίως τις μεταμεσονύκτιες ώρες.  να σύρει ή  να κτυπά αντικείμενα στο πάτωμα,  να φωνασκεί να ρίχνει ακάθαρτα ύδατα από το μπαλκόνι της προς το δρόμο, να απλώνει τα ρούχα της στα μπαλκόνια   της   προσόψεως   της   πολυκατοικίας   εκτός των κιγκλιδωμάτων, να πετά σακούλες σκουπιδιών από τον τρίτο όροφο στο δρόμο, απειλώντας για κάθε παράβαση χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. Γ) Υποχρεώθηκε να παραλείπει να θραύει, να αλλάζει ή να αφαιρεί τα λουκέτα των θυρών που οδηγούν στο υπόγειο και στο δώμα (ταράτσα) απειλώντας για κάθε παράβαση χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ υπέρ της ενάγουσας και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. Δ) Υποχρεώθηκε να τηρεί τις ώρες λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης, όπως αυτές αποφασίσθηκαν στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας της 14/1/2004 (από 07.00 έως 09.00. από 14.00 έως 16.00 και από 19.00 έως 22.00) καινά παραλείπει να ανάβει και να κλείνει το καλοριφέρ τις ώρες που εκείνη επιθυμεί απειλώντας την για κάθε παράβαση με χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ υπέρ της ενάγουσας και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. Ε)Υποχρεώθηκε να αποσυνδέει το θερμαντικό σώμα βρασμού ύδατος, το οποίο παράνομα συνέδεσε στις σωληνώσεις του καλοριφέρ, επιτρέποντας στην ενάγουσα να επιχειρήσει αυτή την πράξη με δαπάνη της εναγόμενης, υποχρεώνοντας την τελευταία να παραλείπει στο μελλον να συνδέει το θερμαντικό σώμα βρασμού ύδατος στις σωληνώσεις του καλοριφέρ με την απειλή για κάθε παράβαση χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ υπέρ της ενάγουσας και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. Την απόφαση αυτή ο ενάγουσα επέδωσε προς την εναγομένη, με επιταγή προς εκτέλεση την  1.9.2004 (βλ. την 11538/1.9.2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …). Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα έχει ασκήσει την από 2.2.2004 αγωγή της εναντίον της εναγομένης με το ίδιο περιεχόμενο, ενώ η από 7.9.2004 αίτηση ανάκλησης της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε η εναγόμενη απορρίφθηκε δυνάμει της 707/27.1.2005 απόωασης του ιδίου Δικαστηρίου. Ωστόσο η εναγόμενη εκ προθέσεως παραβίασε επανειλημμένως κατά το διάστημα από 16.9.2004 μέχρι 2.12.2004 τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 4817/2004 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ίου Δικαστηρίου αυτού και συγκεκριμένα : 1) στις 16.9.2004, 17.9.2004, 29.9.2004 και 28.11.2004 διατάραξε την ησυχία του μισθωτή της ενάγουσας …. με υπερβολική φασαρία κατά τις βραδινές και μεταμεσονύχτιες ώρες, βηματίζοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα εντός της οικίας της, φορώντας τακούνια ή μετακινώντας έπιπλα, σκοπώντας αποκλειστικά στην ενόχληση των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας, όπως προκύπτει τόσο από την επ’   ακροατηρίου  κατάθεση  της  μάρτυρος της ενάγουσας …, ιδιοκτήτριας του οροφοδιαμερίσματος του πρώτου ορόφου, η οποία λόγω των συνεχών διενέξεων και ερίδων που λάμβαναν χώρα στην πολυκατοικία, πώλησε το διαμέρισμα της το Δεκέμβριο του 2005, όσο και από την υπ’ αριθμ. 3018/2006 ένορκη βεβαίωση της …..ψυχιάτρου και φίλης της ως άνω μάρτυρος, καθώς και από την από  18.6.2004 ένορκη βεβαίωση του ….. που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την 11291/11.6.2004 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ….) και ο οποίος, όπως αναφέρει στην ίδια ένορκη βεβαίωση αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το μίσθιο, εξαιτίας της εριστικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Με τις παραπάνω πράξεις της εναγομένης, οι οποίες συγκροτούν μία διαρκή ενέργεια, η τελευταία παραβίασε με πρόθεση το ως άνω υπό στοιχείο Β διατακτικό της 4817/2004 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου αυτού και πρέπει να καταπέσουν οι απειληθείσες ποινές, ήτοι χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. 2)Στις 11.11.2004, 30.11.2004 και 2.12.2004 η εναγόμενη έσπασε τα λουκέτα της θύρας που οδηγούσε στο υπόγειο όπου βρίσκεται το λεβητοστάσιο της οικοδομής, παρόλο που τούτο της είχε ρητώς απαγορευθεί δυνάμει της ως άνω απόφασης, όπως προκύπτει τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, όσο και από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα του βιβλίου συμβάντων του ΑΤ Αγίας Παρασκευής. Με τις παραπάνω πράξεις της εναγομένης,  οι οποίες συγκροτούν μία διαρκή ενέργεια, η τελευταία παραβίασε με πρόθεση το ως άνω υπό στοιχείο Γ διατακτικό της 4817/2004 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου αυτού και πρέπει να καταπέσουν οι απειληθείσες ποινές, ήτοι χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών. 3) Στις 25.11.2004, 26.11.2004. 28.11.2004 και 30.11.2004 η εναγόμενη παραβίασε με πρόθεση τις ώρες λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης, όπως αυτές είχαν αποφασισθεί στη Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας της 14.1.2004 (από 07.00 έως 09.00, από  14.00 έως  16.00 και από 19.00 έως 22.00) και συγκεκριμένα στις 25.11.2004 εισήλθε κρυφά στο λεβητοστάσιο περί ώρα 00.30 και άνοιξε μόνη της το καλοριφέρ, ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στους 95 βαθμούς, στις 26.11.2004 και περί ώρα 22.00 άναψε μόνη της το καλοριφέρ, ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στους 35 βαθμούς και στις 30.11.2004 περί ώρα 19.00 άλλαξε μόνη της τη ρύθμιση της θερμοκρασίας,  όπως προκύπτει τόσο  από  την επ’  ακροατηρίου  κατάθεση  της μάρτυρος της ενάγουσας όσο και από το από 30.11.2004 αντίγραφο του δελτίου συμβάντων του περιπολικού οχήματος του ΑΤ Αγίας Παρασκευής, καθώς και από την υπ’   αριθμ.   7396/2006   ένορκη   βεβαίωση της …., συγγενούς της μάρτυρος της ενάγουσας. Με τις παραπάνω πράξεις της εναγομένης, οι οποίες συγκροτούν μία διαρκή ενέργεια, η τελευταία παραβίασε με πρόθεση το ως άνω υπό στοιχείο Δ διατακτικό της 4817/2004 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου αυτού και πρέπει να καταπέσουν οι απειληθείσες ποινές, ήτοι χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τις 35 αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες η εναγόμενη, με τη λειτουργία του πλυντηρίου της κατά τις βραδινές και μεταμεσονύκτιες ώρες προκάλεσε υπερβολικό θόρυβο  και συνεπώς το σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και να βεβαιωθεί ότι κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες η εναγόμενη με πρόθεση παραβίασε το διατακτικό της 4817/2004 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να καταδικασθεί στην καταβολή των καταπεσουσών ποινών, ήτοι σε χρηματική ποινή συνολικού ποσού 3.000 ευρώ (1.000 ευρώ Χ 3 = 3.000), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και σε προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών (2 μήνες Χ 3). Περαιτέρω, πρέπει η καταψηφιστική διάταξη να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, καθώς συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (αρθ. 178 παρ. 1 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Βεβαιώνει ότι η εναγόμενη εκ προθέσεως κατά τις ημέρες που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας παραβίασε το διατακτικό της 34817/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κηρύσσει την παραπάνω διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Καταδικάζει την εναγόμενη σε προσωπική κράτηση, διάρκειας έξι (6) μηνών.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

 

Αριθμός  4222/2007

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα  4ον

—————–

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ηλία Γιαννόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Χριστοδούλου, Σοφία Οικονόμου– Εισηγήτρια, Εφέτες και από την Γραμματέα Παναγιώτα Τόλκα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2006 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……..ατομικά και ως διαχειρίστρια της πολυκατοικίας επί των οδών …..την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της Διαμάντης Μπιλιάνης με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου Δικηγόρος της Μάριου Σπανάκη.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλουσα-εφεσίβλητη με την από 6 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που έχει κατατεθεί με αριθμό κατάθεσης  5696/2004 ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ.1248/2006 οριστική απόφασή του με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα – εκκαλούσα με την από 18-7-2006 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 6318/19-7-2006.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε και η εναγόμενη -  εκκαλούσα με την από 27-7-2006 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 6694/28-7-2006.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατάθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ                                       ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις των πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντων διαδίκων, κατά της υπ’ αριθμ. 1248/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ.663 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 511, 513, 518 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να γίνουν τυπικά δεκτές και αφού συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους προφανούς συνάφειας (αρθρ. 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία  (αρθρ. 532 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

Με την από 6-12-2004 αγωγή της η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη, ζήτησε να βεβαιωθεί ότι παραβιάστηκε εκ μέρους της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας και εφεσίβλητης, η υπ’ αριθμ.4817/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία υποχρεώθηκε προσωρινά η τελευταία να απέχει από τις αναφερόμενες στο διατακτικό της εν λόγω

αποφάσεως πράξεις, με απειλή για κάθε παράβαση χρηματικής ποινής

και προσωπικής κράτησης, καθώς και ότι κατέπεσαν εις βάρος της οι ανωτέρω ποινές. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εκκαλουμένη, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή. Κατά της ως άνω αποφάσεως παραπονούνται με τις εφέσεις τους αμφότεροι οι διάδικοι, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, η μεν ενάγουσα προκειμένου να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αγωγή, η δε εναγομένη προκειμένου να απορριφθεί εξ ολοκλήρου αυτή.

Κατά το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ «όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως δύο εκατομμύρια υπέρ του δανειστή κλπ». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί περισσοτέρων παραβάσεων οφείλονται ισάριθμες προς αυτές χρηματικές ποινές. Όταν όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι παραβάσεις, συνδεόμενες στενότερα μεταξύ τους, σχηματίζουν φυσική ενότητα ενέργειας του παραβάτη, κατά τρόπο που είναι εξωτερικά διαγνωστή και σε τρίτους, επιβάλλεται μια ποινή και όχι αθροιστικά τόσες ποινές, όσες και οι επί μέρους παραβάσεις. (Βλ. ΑΠ 143/2003, ΑΠ 1480/2002, 1 140/1999, ΕφΑΘ 2121/2003, Νόμος).

Για την ουσιαστική έρευνα της προκειμένης υποθέσεως το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που επαναπροσκομίζονται νόμιμα: α) Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται, στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως , β) Τις υπ’ αριθμ. 3018 και 3019/ 16-2-2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά νόμιμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. υπ’ αριθμ. 2715β/13-2-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….), γ) Την υπ’ αριθμ. 7396/14-4-2006 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε και αυτή νομότυπα κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 670, 674 παρ.2, 237 παρ.3 και 591 εδ.β του ίδιου Κώδικα, εντός της παρεχόμενης από το νόμο τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, μέσα στην οποία μπορούν να προσαχθούν αποδεικτικά στοιχεία για την υποστήριξη ή αντίκρουση προταθέντων ισχυρισμών (ΑΠ 1167/1999, Νόμος, Δ/νη 2000, 361) και μετά νόμιμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. προφορική δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ενάγουσας στα πρακτικά συνεδριάσεως της εκκαλουμένης) και ως εκ τούτου, δεν είναι βάσιμος  ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος εφέσεως της εναγομένης,  δ) Τις υπ’ αριθμ. 7008 και 7009/10-4-2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα, κατ’ άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ, μετά νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. υπ’ αριθμ. 8509 Γ/7-4-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …..) και ε) τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι υπ’ αριθμ. 1039-1041/18-6-2004 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομότυπα στα πλαίσια άλλης συναφούς δίκης και που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από την εκτίμηση όλων των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι συγκυρία και συννομέας, από κοινού με το σύζυγο της Γεώργιο Σιάπκα, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οροφοδιαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου τριόροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στη συμβολή των οδών Κων. Παλαιολόγου αρ. 22 και Αγίας Σοφίας αρ.1, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 1446/1999 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβ/φου Ν. Ιωνίας ….., του όποιου έχει γίνει νόμιμη μεταγραφή. Είναι επίσης, νόμιμα εκλεγμένη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας αυτής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα των περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεων, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. 7322/1980 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών …..Το πιο πάνω διαμέρισμα η ενάγουσα εκμισθώνει σε τρίτους προς πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια του οροφοδιαμερίσματος του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ως άνω οικοδομής, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 10497/1990 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Χ…… και από της κτήσεως του κατοικεί σε αυτό. Μετά από αίτηση που άσκησε η ενάγουσα κατ’ αυτής (εναγομένης) με τις πιο πάνω ιδιότητές της, της συνιδιοκτήτριας και διαχειρίστριας, εκδόθηκε η 4817/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ των άλλων: α) να παραλείπει, να διαταράσσει την ησυχία της ενάγουσας (τότε αιτούσας) και των λοιπών συνιδιοκτητών με υπερβολικούς θορύβους (φωνές, σύρσιμο αντικειμένων και επίπλων στο πάτωμα κλπ), ιδίως κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες, β) να παραλείπει να θραύει, να αλλάζει ή να αφαιρεί τα λουκέτα των θυρών του υπογείου και του δώματος και γ) να τηρεί τις ώρες λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης, όπως αυτές αποφασίστηκαν στη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας της 14-1-2004 (07.00 έως 09.00 και 14.00 έως 16.00 και 19.00 έως 22.00 ώρας) και να παραλείπει να ανάβει και να κλείνει το καλοριφέρ τις ώρες που εκείνη επιθυμεί. Με την ίδια δε απόφαση απειλήθηκε κατ’ αυτής (εναγομένης) χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση δύο (2) μηνών για κάθε παράβαση της κάθε μιας των ως άνω διατάξεων. Την απόφαση αυτή η ενάγουσα επέδωσε προς την εναγομένη, με επιταγή προς εκτέλεση την 1-9-2004 (βλ. την 11538/1-9-2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ….). Στη συνέχεια, η εναγομένη, παρόλο που γνώριζε τις από την προαναφερόμενη απόφαση απαγορεύσεις, είχε μάλιστα υποβάλει στο δικαστήριο την από 7-9-2004 αίτηση ανάκλησης της ανωτέρω απόφασης η οποία απορρίφθηκε, κατά το διάστημα από 16-9-2004 έως και 2-12-2004, παραβίασε από πρόθεση τις διατάξεις της ως άνω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, στις 16-9-2004, 17-9-2004, 29-9-2004 και 28-11-2004 διατάραξε την ησυχία του μισθωτή της ενάγουσας …., με υπερβολικούς θορύβους, για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια των βραδινών και μεταμεσονύκτιων ωρών, προερχόμενους από τη μετακίνηση διαφόρων επίπλων που έσερνε στο πάτωμα και από το συνεχές βάδισμα της στους χώρους της οικίας της με υποδήματα που έφεραν τακούνια και κτυπούσαν δυνατά στο πάτωμα. Επίσης, στις 11-11-2004, 30-11-2004 και 2-12-2004 έσπασε τα λουκέτα της θύρας που οδηγεί στο υπόγειο, όπου βρίσκεται το λεβητοστάσιο, τα οποία τοποθετούσε κάθε φορά η ενάγουσα ως διαχειρίστρια για την ασφάλεια του λεβητοστασίου. Τέλος, στις 25-11-2004, 26-11-2004, 28-11-2004 και 30-11-2004 και ώρες 1η πρωινή, 22.00, και 5η πρωινή, αντιστοίχως, η εναγομένη εισήλθε στο λεβητοστάσιο, εν αγνοία των λοιπών συνιδιοκτητών, και έθεσε σε λειτουργία τον καυστήρα θερμάνσεως για να ανάψει το καλοριφέρ, το οποίο σύμφωνα με τη ρύθμιση των ωρών λειτουργίας που είχε αποφασίσει η Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας, δεν λειτουργούσε, κατά τις ώρες αυτές. Ανέβασε δε τη λειτουργία του καυστήρα, στην πολύ υψηλή θερμοκρασία, την πρώτη φορά των 95 βαθμών και τη δεύτερη φορά των 85 βαθμών που έθετε σε κίνδυνο την ασφαλή λειτουργία του καυστήρα και κατ’ επέκταση την ασφάλεια της όλης οικοδομής. Τα περιστατικά αυτά πλήρως αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος …., η οποία τα επιβεβαιώνει μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως, ως ένοικος του α’ ορόφου και συνιδιοκτήτρια της ως άνω οικοδομής και η μαρτυρία της οποίας για το λόγο αυτό κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της άλλωστε ενισχύεται και από τις συναφείς καταθέσεις των μαρτύρων …… που έχουν ιδία αντίληψη των συγκεκριμένων περιστατικών που αναφέρουν και που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με κανέναν από τους διαδίκους (βλ. 3018, 3019 και 7396/2006 σχετικές ένορκες βεβαιώσεις). Εξάλλου, η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ….., φίλης της εναγομένης, η οποία αορίστως διατείνεται ότι η εναγομένη «είναι υπέροχος άνθρωπος» και ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να δημιουργεί προβλήματα» όσο και των λοιπών μαρτύρων, φίλων της εναγομένης (Θρ. Λιάκου, Γρ. Κουβαρά και Π. Διονυσόπουλου), οι οποίοι ισχυρίζονται, μη πειστικά, ότι η εναγομένη καθ’ όλες τις πιο πάνω κρίσιμες ημερομηνίες απουσίαζε από την οικία της και βρισκότανε «είτε στο Μαρμάρι Ευβοίας είτε σε διάφορες άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις» (βλ. 7008 και 7009/2006 ένορκες βεβαιώσεις), δεν αναιρούν τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Άλλες παραβάσεις της προαναφερομένης αποφάσεως εκ μέρους της εναγομένης δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, σχετικά με τις ανωτέρω αποδειχθείσες παραβάσεις της εναγομένης παρατηρείται ότι αυτές που αφορούν τη διατάραξη της ησυχίας των ένοικων της πολυκατοικίας, συνδέονται στενότερα μεταξύ τους, τόσο ως προς το σκοπό, όσο και ως προς τον τρόπο και τα μέσα ενεργείας έτσι ώστε να συνιστούν εξακολουθητική ενέργεια και να μορφοποιούν φυσική ενότητα ενεργείας, εξωτερικώς διαγνωστή σε τρίτους. Επομένως, για τις παραβάσεις αυτές επιβάλλεται να απαγγελθεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, μια ποινή. Για τον ίδιο λόγο πρέπει για τις παραβάσεις της θραύσης των λουκέτων να απαγγελθεί μια ποινή και για τις παραβάσεις της τήρησης των ωρών λειτουργίας της κεντρικής Θέρμανσης, επίσης μία ποινή. Έτσι οι επιβλητέες στην εναγομένη ποινές περιορίζονται σε τρεις, δηλαδή μια για κάθε κατηγορία των ανωτέρω παραβάσεων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρωτοδίκως προταθείς ισχυρισμός της εναγομένης,περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής, επειδή δεν διαμένει στην πιο πάνω πολυώροφη οικοδομή, δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι η ενάγουσα ως συνιδιοκτήτρια, αλλά και διαχειρίστρια της οικοδομής αυτής, είναι φορέας των δικαιωμάτων για την προστασία των οποίων διατάχθηκαν τα ανωτέρω ασφαλιστικά μέτρα με την 4817/2004 απόφαση. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και απέρριψε την πιο πάνω ένσταση της εναγομένης -αν και σιγή- δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις (καίτοι δεν είχε λάβει υπόψη τις υπ’ αριθμ. 7008 και 7009/2006 ένορκες βεβαιώσεις, στην παρούσα δίκη λήφθηκαν υπόψη κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου λόγοι των κρινόμενων εφέσεων των διαδίκων, είναι αβάσιμοι.

Κατά συνέπειαν, πρέπει οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με της παρούσας, να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν και να καταδικαστεί η κάθε εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου της, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (αρθρ. 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλίαν των αντιδίκων, τις κρινόμενες εφέσεις

Δέχεται τυπικά αυτές και τις απορρίπτει κατ’ ουσίαν.

Καταδικάζει έκαστη εκκαλούσα στην δικαστική δαπάνη της αντιδίκου της την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ

για κάθε μία τους.

Κατάσχεση εργολαβικού ανταλλάγματος | Ασφαλιστικά μέτρα, Συντηρητική κατάσχεση

Επιβολή του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης του εργολαβικού ανταλλάγματος του εργολάβου για να ασφαλιστεί χρηματική απαίτηση του αιτούντος

 

Αριθμός Απόφασης

1389/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Καζάρα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, και από το Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 16 Οκτωβρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αιτούντων: ……. εκ των οποίων η πρώτη εμφανίσθηκε μετά και οι λοιπές διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Διαμαντή Μπιλιάνη.

Των καθών η αίτηση:…… εκ των οποίων ο πρώτος εμφανίσθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπύρου Σπυρόπουλου και οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Βάγια.

Οι αιτούσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 3.3.2009 αίτηση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2239/2009, προσδιορίστηκε προς συζήτηση της η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ, κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατασχέσεως κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ.1 και 2, 982 και 992 ΚΠολΔ, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων. Κατά δε το άρθρο 1023 παρ.1 ΚΠολΔ, η κατά το άρθρο 1022 κατάσχεση δικαιωμάτων διατάσσεται αιτήσει του υπέρ ου η εκτέλεση από το Μονομελές   Πρωτοδικείο κατά  τη διαδικασία των άρθρων 741 επ. Κατά την κρατούσα άποψη, και παρά την πρόβλεψη περί αναγκαστικής κατάσχεσης των     ειδικών περιουσιακών στοιχείων (1022 ΚΠολΔ), είναι δυνατή και η συντηρητική κατάσχεση αυτών ως ασφαλιστικό “μέτρο (Μπέης, Διαδικασίαι Ενώπιον του  Μον.  Πρωτοδικείου, 329 επ.,  Μπρίνιας, Δ 1.571, Τζίφρας, Ασφαλιστ. Μέτρα, σελ. 163, ΕφΑΘ 10417/78, ΝοΒ 27.1501),  διότι  η εκτελεστική διαδικασία  την οποία έχει ως αντικείμενο η κατ’ άρθρο 1023 δίκη κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας,   δεν αποτελεί “υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας” εις τρόπον ώστε να αποκλείεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά η διαδικασία αυτή απλώς εφαρμόζεται, χωρίς το αντικείμενο αυτής να είναι υπόθεση της εκούσιας   δικαιοδοσίας. Εξάλλου, ναι μεν δεν υπάρχει διάταξη που να επιτρέπει τη  συντηρητική κατάσχεση των ειδικών περιουσιακών δικαιωμάτων, αυτό   όμως δεν σημαίνει τον αποκλεισμό τέτοιας κατάσχεσης, η οποία θα πρέπει να επιβάλλεται όταν συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή η χρηματική απαίτηση να έχει ανάγκη καλύψεως διά της παροχής έννομης προστασίας των ασφαλιστικών      μέτρων. Η   περίπτωση   αυτή   ρυθμίζεται   με   την   ανάλογη   εφαρμογή   των διατάξεων των άρθρων 711-714 του ΚΠολΔ, κατάλληλα προσαρμοζόμενων   με   εκείνες   των    1022   επ.    ΚΠολΔ   (Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, παρ 675, σελ.2290 επ., Κεραμεύς/Κονδύλης/ Νίκας,   Ερμηνεία   ΚΠολΔ,   τόμος   II,   άρθρ   707, παρ   2   και   εισαγ   739- 866. παρ 22). Η   σχετική   άδεια   για   τη συντηρητική κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων δίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,  με απόφαση όμως η οποία θα καθορίσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο μπορεί να κατασχεθεί (βλ. ΕφΑΘ 10417/1978 ΝοΒ 27.1501, ΕφΑΘ 4461/1972 Αρμ 26.330, Παρμ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 1985, σελ. 155, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία). Έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία, εκτός άλλων, το επιτρεπτό και της συντηρητικής κατάσχεσης απαιτήσεως εργολάβου πολυκατοικίας κατά οικοπεδούχου προς μεταβίβαση οριζοντίων ιδιοκτησιών και ποσοστών οικοπέδων (βλ.ΕφΑθ 10417/1978 όπ.,ΕφΑθ 1511/1973 ΕπΔικΠολ 2.352, Π.Τζίρφα, ό.π.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 682 παρ 1 του ΚΠολΔ, απαραίτητη προυπόθεση προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης για να ασφαλιστεί χρηματική απαίτηση είναι να συντρέχει επικείμενος κίνδυνος. Ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση ότι πρόκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης (βλ. ΜΠρΑΘ 22493/1994 Δνη 37.707, ΜΠρΧαλκ 686/1991 Δίκη 23.262, ΜΠρΑΘ 8650/1991 ΝοΒ 40,304, ΜΠρΑΘ 18488/1987 ΝοΒ 30.1254). Εξάλλου, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 επ., 693, 695, 696, 697, 699 επ., 321, 322, 324, 330, 331 και 332 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη απόφαση παράγει δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει κατ’ αρχήν την κατά την ίδια διαδικασία εκ νέου εξέταση της διαφοράς που κρίθηκε ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους (ΟλΑΠ 497/1978 ΝοΒ 26.668, ΑΠ 155/ 1978 ΝοΒ 27.33). Η δέσμευση, δηλαδή, από το προσωρινό δεδικασμένο περιορίζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 321-324 ΚΠολΔ για τον προσδιορισμό τόσο των αντικειμενικών όσο και των υποκειμενικών του ορίων όσο και της λειτουργίας του, η οποία παρουσιάζεται ως αρνητική και θετική. Κατά την αρνητική του λειτουργία το δεδικασμένο εμποδίζει την αναδίκαση της υπόθεσης (ΕφΑΘ 10090/1980, Αρμ 1981,479). Νέα αίτηση μεταξύ των προσώπων που δεσμεύονται από το δεδικασμένο μπορεί να υποβληθεί μόνο αν στηρίζεται σε διάφορη ιστορική και νομική αιτία με μεταβολή ενδεχομένως και του αντικειμένου της προσωρινής δικαστικής προστασίας (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 695, παρ 5).Κατά τη θετική του λειτουργία το δεδικασμένο από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει κάθε μεταγενέστερο δικαστήριο, να θεωρήσει, και αυτεπαγγέλτως, δεδομένο το καλυπτόμενο από τη δεσμευτική του ενέργεια αντικείμενο, το οποίο ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα στο πλαίσιο άλλης δίκης (ΜονΠρΒερ 271/1995, Αρμ 1995,1452). Συνεπώς, αντικείμενο του δεδικασμένου της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διάγνωση του διαπλαστικού δικαιώματος του αιτούντος για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας (Δ. Κονδύλης: ό.π., σελ. 391, 393 – 399, Κ. Μπέης: ΠολΔ, άρθ. 688, παρατ. 1, σελ. 83 – 84 και άρθ. 695 παρατ. 3.2.3., σελ. 180 και 183), την οποία ο αιτών δεν δύναται παραδεκτώς να ζητήσει εκ νέου παρά μόνο αν δεν υπάρξει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας ή δικαιώματος ή διαδίκων (ΑΠ 166/1988 ΕΕργΔ 47. 603, ΕΑ 2786/1992 ΕλλΔνη 1993.365, ΕΑ 11120/1991 ΕλλΔνη 1993.158, ΜΠΑ 14726/1993 ΕλλΔνη 1994. 1395), το οποίο συμβαίνει εάν υπάρξει επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων, όταν δηλ. πρόκειται για μεταγενέστερα (οψιγενή) γεγονότα ή για μεταβολή των πραγμάτων ή για προϋφιστάμενα μεν γεγονότα, τα οποία όμως δεν προβλήθηκαν λόγω συγγνωστής αδυναμίας των διαδίκων, οπότε κατ’ εξαίρεση η ισχύς του προσωρινού δεδικασμένου κάμπτεται (ΜΠΑΘ 10165/1978 ΕλλΔνη 20. 477, ΜΠΠειρ 2353/1978 ΝοΒ 27.829, ΜΠΚερκ 226/1986 Αρμ. 40. 29, ΜΠΚαλ 630/1981 ΕλλΔνη 23. 183, ΠΑ 27/1979 Δ 10.444, ΜΠΚεφ 226/1985 Δ 17, 222).Έτσι σε μεταγενέστερη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία ζητείται η λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εξασφάλιση ταυ αυτού δικαιώματος, θα θεωρηθεί κατ αρχήν δεδομένο το διαπλαστικό δικαίωμα του αιτούντος προς παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας και θα ερευνηθεί στη συνέχεια μόνο το ζήτημα, αν το μέτρο που αρχικώς διατάχθηκε, επαρκεί ή δεν επαρκεί πλέον λόγω μεταβολής έκτοτε των συνθηκών (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ,   τόμος  II, άρθρο 695, παρ 2,5,7).Τέλος, αν υπόθεση που υπάγεται στην τακτική ή σε ειδική διαδικασία ή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εισαχθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν απορρίπτεται, αλλά παραπέμπεται να εκδικαστεί κατά την προσήκουσα διαδικασία, ή εκδικάζεται αμέσως κατά τη διαδικασία αυτή, αν έχει απευθυνθεί και επιδοθεί και στον αντίδικο του αιτούντος (ΕφΑΘ 896/1970 ΑρχΝ 21.375, ΕφΑΘ 4285/1972 Αρμ   27.373).

Οι αιτούσες κατά ορθή εκτίμηση της υπό κρίση αίτησης ισχυρίζονται ότι η πρώτη εξ αυτών είχε στην αποκλειστική κυριότητα της ένα οικόπεδο επιφάνειας 451,90 τμ μετά των επ αυτού δύο ισόγειων κατοικιών, της μίας επιφάνειας 56 τμ και της άλλης 148 τμ, που βρίσκεται στη θέση Πικραμυγδαλιές ή Τούφα στο Δήμο Χαλανδρίου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως. Ότι δυνάμει του υπ αρ …/2005 εργολαβικού προσυμφώνου της Συμβολαιογράφου Αθηνών… που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αιτούσας αφενός και του πρώτο των καθών αφετέρου, ανατέθηκε στον τελευταίο η ανέγερση οικοδομής στο περιγραφόμενο οικόπεδο ιδιοκτησίας της πρώτης αιτούσας με το σύστημα της αντιπαροχής με εργολαβικό αντάλλαγμα και σύμφωνα με τους σε αυτό (εργολαβικό συμβόλαιο) όρους και συμφωνίες, με φροντίδα και ευθύνη του πρώτου των καθών, στον οποίο η πρώτη αιτούσα υποσχέθηκε ότι θα μεταβιβάσει ως εργολαβικό αντάλλαγμα οριζόντιες ιδιοκτησίες και ποσοστό επί του οικοπέδου. Ότι δυνάμει της υπ αρ …/….2005 πράξης τροποποιήσεως του παραπάνω προσυμφώνου της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου συμφωνήθηκε η αποπεράτωση και η παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της πρώτης αιτούσας σε διάστημα 18 μηνών και των κοινόχρηστων χώρων σε διάστημα 20 μηνών, της προθεσμίας αυτής αρχομένης από της 30.7.2005. Ότι εν συνεχεία η πρώτη αιτούσα δυνάμει του υπ αρ …./2005 συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αιτούσα τα 7/24 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου και τα δικαιώματα και. υποχρεώσεις από τα παραπάνω συμβόλαια, γεγονός που κατέστησε γνωστό και στον πρώτο των καθών. Ο πρώτος των καθών, όμως, δεν παρέδωσε εγκαίρως το αναληφθέν έργο εντός της παραπάνω δεκαοχτάμηνης προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 31.1.2007, αντιθέτως αυτός μέχρι και την 19.7.2007, οπότε και οι αιτούσες υπαναχώρησαν από την παραπάνω σύμβαση, δεν είχε πραγματοποιήσει καμία εργασία πλην της κατεδαφίσεως των υφιστάμενων εντός του οικοπέδου δύο ισόγειων κατοικιών, εκ των οποίων αυτή των 140 τμ χρησιμοποιούταν ως οικία τους. Ακολούθως, ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του πρώτου των καθών υπέστησαν τις αναφερόμενες στην αίτηση ζημιές συνολικού ύψους 621.472 ευρώ. Ότι κατά του πρώτου των καθών είχαν εγείρει την από 14.3.2008 αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να τους χορηγηθεί η άδεια να κατάσχουν συντηρητικά κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του πρώτου των καθών για τη διασφάλιση μέρους της παραπάνω απαιτήσεως τους, ύψους 546.472 ευρώ και ότι εν συνεχεία εξεδόθη η υπ αρ 9585/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση των καθών και διέταξε συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου των καθών. Εν συνεχεία κατέθεσαν εντός της 30μέρης προθεσμίας από της δημοσιεύσως της ως άνω αποφάσεως τακτική αγωγή για την κύρια υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας έχει οριστεί δικάσιμο η 27.5.2010. Ακολούθως, υποστηρίζουν ότι μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ανακάλυψαν ότι δυνάμει του με αριθμό …./2006 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών …, που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου των καθ’ ων (εργολάβου) αφενός και της δεύτερης, τρίτου και τέταρτης   των καθ’ων (επικαρπώτριας και ψιλών κυρίων αντίστοιχα του οικοπέδου) αφετέρου, ανατέθηκε στον πρώτο η ανέγερση οικοδομής στα( περιγραφόμενο οικόπεδο συνιδιοκτησίας των τελευταίων, με το σύστημα της αντιπαροχής με εργολαβικό αντάλλαγμα και σύμφωνα με τους σε αυτό (εργολαβικό συμβόλαιο) όρους και συμφωνίες, με φροντίδα και ευθύνη του πρώτου των καθ’ ων, στον οποίο οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των καθ’ ων υποσχέθηκαν ότι θα μεταβιβάσουν στον ίδιο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι ποσοστό 600/1000 του οικοπέδου με τις αντιστοιχούσες στα χιλιοστά αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες θα περιέλθουν σε αυτόν και οι οποίες σύμφωνα με τον πίνακα οριζοντίου ιδιοκτησίας είναι οι εξής: 1) οι υπ αρ 1,4,5,6 Αποθήκες του υπογείου 2) υπ αρ Ρ 1 κλειστή θέση στάθμευσης, Ρ4, Ρ 5 ανοικτές θέσεις στάθμευσης του ισογείου, 3) Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου 4) Β 2 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου και 5) το υπό στοιχεία Γ1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου και το βατό και μη βατό τμήμα του δώματος μαζί με τα ανήκοντα στις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες 600 χιλιοστά τοι οικοπέδου. Περαιτέρω, εκθέτουν ότι η καταβολή του παραπάνω ανταλλάγματος συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο της οικοδομής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης, και ότι ήδη οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των καθών έχουν μεταβιβάσει στον πρώτο των καθών τα 197/1000 του οικοπέδου του, που αντιστοιχούν στο Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και στην αποκλειστική χρήση της Ρ5 θέσης στάθμευσης και της Υ1 αποθήκης και ότι απομένουν προς μεταβίβαση τα 403/1000 επί του οικοπέδου με τις λοιπές αντιστοιχούσες σε αυτά προαναφερόμενες …. οριζόντιες ιδιοκτησίες. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζητούν οι αιτούσες, επικαλούμενες ότι ο πρώτος των καθών δεν έχει άλλη κινητή     ή ακίνητη περιουσία ώστε να μπορέσουν να κατασχεθούν οι παραπάνω …. οριζόντιες ιδιοκτησίες καθώς ο πρώτος των καθών βρίσκεται ήδη σε διαπραγματεύσεις με υποψήφιους αγοραστές, να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση της απαιτήσεως του πρώτου των καθ’ ων (εργολάβου) κατά των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των καθών (οικοπεδούχων) προς μεταβίβαση του ποσοστού των 403/1000 εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω οικοπέδου συνιδιοκτησίας των τελευταίων που θα περιέλθει στον ίδιο, καθώς και των αναφερομένων στην αίτηση οριζοντίων ιδιοκτησιών, μέχρι του ποσού των 621.472 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η προαναφερόμενη απαίτηση τους.

Με το παραπάνω περιεχόμενο κι αιτήματα η υπό κρίση αίτηση, η οποία θα εκδικασθεί, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεδομένου ότι παρίστανται οι αντίδικοι των αιτουσών, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και είναι νόμιμη, αφού στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 682, 711-714 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με 1022 επ. του ΚΠολΔ, καθώς και σε αυτές των άρθρων 686,387,404,406 παρ 2, 407, 297,298,914,932 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τις ένορκες επ’ ακροατηρίω καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες (άρθρα 444 παρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ, βλ. για το επιτρεπτό αυτών ως αποδεικτικό μέσο, ΕφΑΘ 6001/1990 ΕπΣυγκΔ 1990.367), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, πιθανολογούνται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούσες είχαν ασκήσει κατά του πρώτου των καθών την από 14.3.2008 αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,  με την οποία ζητούσαν να τους χορηγηθεί η άδεια να κατάσχουν συντηρητικά κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του πρώτου των καθών για τη διασφάλιση απαιτήσεως τους, ύψους 546.472 ευρώ. Επί της αιτήσεως αυτής, η οποία ταυτίζεται τόσο ως προς τους διαδίκους όσο και ως προς την ιστορική και νομική αιτία με την παρούσα αίτηση, εκδόθηκε η υπ αρ 9585/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,                           η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση των καθών και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου των καθών. Ειδικότερα, η παραπάνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δέχτηκε ότι η πρώτη αιτούσα είχε στην αποκλειστική κυριότητα της ένα οικόπεδο επιφάνειας 451,90 τμ μετά των επ αυτού δύο ισόγειων κατοικιών, της μίας επιφάνειας 56 τμ και της άλλης 148 τμ, που βρίσκεται στη θέση Πικραμυγδαλιές ή Τούφα στο Δήμο Χαλανδρίου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως. Ότι δυνάμει του υπ αρ … εργολαβικού προσυμφώνου της Συμβολαιογράφου Αθηνών …που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αιτούσας αφενός και του πρώτο των καθών αφετέρου, ανατέθηκε στον τελευταίο η ανέγερση οικοδομής στο παραπάνω οικόπεδο ιδιοκτησίας της πρώτης αιτούσας με το σύστημα της αντιπαροχής με εργολαβικό αντάλλαγμα και ότι συμφωνήθηκε ότι θα λάμβανε η ίδια ως αντιπαροχή συνολικά τρία διαμερίσματα στον πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο, επιφάνειας 70 τμ, και μία γκαρσονιέρα στον πρώτο όροφο καθώς επίσης και 4 υπόγειες θέσεις στάθμευσης και 4 αποθήκες στο υπόγειο, και ότι τις λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες, με τα ανταστοιχούντα σε αυτά ποσοστά, θα τις λάμβανε ο πρώτος των καθών ως εργολαβικό αντάλλαγμα. Περαιτέρω, η παραπάνω απόφαση ορίζει τα εξής: “Αρχικά συμφωνήθηκε ότι η πολυκατοικία θα ανεγείρετο σε ενιαίο οικόπεδο αφού εγίνετο συνένωση με το όμορο του οικοπέδου της αιτούσας, με ευθύνη και δαπάνες του καθ’ού.  Επειδή όμως δεν έλαβε ο καθ’ ού μέχρι 30-7-05 την τελική απάντηση από τους ιδιοκτήτες του όμορου οικοπέδου για τη συνένωση του οικοπέδου τους με εκείνο της οικοπεδούχου ανέλαβε την υποχρέωση προς την οικοπεδούχο πρώτη αιτούσα με νεώτερο προσύμφωνο εργολαβικό τροποποιητικό του πρώτου που συνετάγη στις 1-11-2005 (βλ. προσαγόμενο μ’ αριθμό 3.641) να παραδώσει στην οικοπεδούχο τις συμφωνηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες εντός προθεσμίας 18 μηνών από της ημερομηνίας 30-7-05 και εντός προθεσμίας 20 μηνών από της άνω ημερομηνίας τους κοινόχρηστους χώρους. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση υπέρβασης των πιο πάνω προθεσμιών εκ μέρους του εργολήπτη καθ ου τότε αυτός υποχρεούται στην καταβολή προς την οικοπεδούχο ποσού 20 ευρώ ημερησίως για κάθε οριζόντια ιδιοκτησία της οικοπεδούχου και πέντε (5) ευρώ ημερησίως για τα κοινόχρηστα. Για την περίπτωση δε που για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί η άδεια ανέγερσης της πολυκατοικίας μέσα στο 2005 συμφωνήθηκε ότι ο εργολήπτης θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ως ποινική ρήτρα το ήμισυ (50%) του συνολικού ποσού που θα καταβληθεί από την οικοπεδούχο ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους της ως Φ.Π.Α. επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα περιέλθουν σ’ αυτήν ως αντιπαροχή. Μετά την ως άνω τροποποίηση και τις διαβεβαιώσεις του καθού περί παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών στις συμφωνηθείσες ημερομηνίες η πρώτη των αιτουσών μετεβίβασε στις θυγατέρες της δευτέρα, τρίτη, τετάρτη των αιτουσών με το υπ.αριθ…..συμβόλαιο γονικής παροχής Συμβ/φου Αθηνών …… νόμιμα μεταγραφέντος 7/24 εξ αδιαιρέτου στη κάθε μία και παρέμεινε συνιδιοκτήτρια κατά ποσοστό 3/24 στο οικόπεδο εκχωρήσασα όλα εν γένει τα δικαιώματα της και υποχρεώσεις από τα ως άνω 3574/2005 και 3641/2005 συμβόλαια γνωστοποιώντας τούτο στον καθ ού. Προκειμένου ο καθ’ ού να προχωρήσει στην έκδοση οικοδομικής αδείας ζήτησε από την αιτούσα να συναινέσει για την έκδοση αδείας κατεδαφίσεως των υφισταμένων κτισμάτων και όπως πράγματι έγινε εκδοθείσα προς τούτο της υπ’ αριθ. 9211/1-10-2005 άδειας   κατεδαφίσεως   της   Πολεοδομίας   Αγίας   Παρασκευής. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομία για έκδοση άδειας πλην όμως σε ουδεμία άλλη ενέργεια  προέβη για την έκδοση της πολεοδομικής αδείας μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 2005, όπως  είχε συμφωνήσει με την οικοπεδούχο και ο φάκελος μελέτης επεστράφη λόγω παρέλευσης εννέα (9) μηνών,  ο οποίος δεν συνοδευετο όπως θα έπρεπε με τις απαραίτητες επιμέρους μελέτες   (υδραυλικές, ηλεκτρολογικές  κλπ.) όπως προκύπτει από το υπ. αριθ.πρωτ. 20660/4392/07 έγγραφο της διεύθυνσης Πολεοδομίας). Ο καθ’ ούεργολάβος δεν εξεπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις από το προαναφερόμενο προσύμφωνο εργολαβικό και δεν κατέστη δυνατόν από   υπαιτιότητα   του   να   παραδώσει   το   συμφωνηθέν   έργο στις ορισθείσες ημερομηνίες 31-1-07 και 30-307.Οι αιτούσες περίμεναν την επέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου  και  στη  συνέχεια υπαναχώρησαν στέλνοντας στον καθ’ ού την από 10-7-07 εξώδικη δήλωση-καταγγελία τους διαμαρτυρόμενες για  την  αντισυμβατική συμπεριφορά του. Ο καθ’ ού ισχυρίζεται ότι  η  καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη ήτοι στο ότι αντιμετώπισε προβλήματα νομικής φύσεως σχετικά με τις εγγραφές στο κτηματολόγιο  του  ομόρου οικοπέδου  το οποίο θα  εγίνετο συνένωση και διενέξεις μεταξύ  των  συγκυρίων  του  ομόρου οικοπέδου.Ο ισχυρισμός  αυτός ο οποίος συνιστά νόμιμη ένσταση (άρθρο  342  ΑΚ) δεν   πιθανολογήθηκε βάσιμος και τούτο διότι δεν πιθανολογήθηκε ότι τα  προβλήματα που αντιμετώπισε με το όμορο ακίνητο ήταν τέτοιας έκτασης που να δικαιολογήσουν καθυστέρηση δύο (2) ετών. Και πάλι όφειλε να ενημερώσει έγκαιρα τις αιτούσες και  να μη αφήσει να παρέλθει τόσο μακρύ χρονικό διάστημα δημιουργώντας σε αυτές την πεποίθηση ότι η σύμβαση θα εκτελεσθεί κατά τα συμφωνηθέντα και το έργο θα παραδοθεί στους ορισθέντες χρόνους. Το γεγονός ότι  τροποποίησαν  το  αρχικό συμβόλαιο με την οικοπεδούχο ως προς το χρόνο  παράδοσης των διαμερισμάτων σ’ αυτήν  υποδηλώνει ότι η ένδικη  εργολαβική σύμβαση αντιπαροχής δεν τελούσε υπό τον απαραίτητο όρο της συνένωσης του οικοπέδου των αιτουσών με το γειτονικό ακίνητο και ότι μπορούσε ο καθ’ ού να συνεχίσει τις εργασίες για το ακίνητο τους ώστε να εκπληρώσει έγκαιρα τις υποχρεώσεις του τις απορρέουσες από το εργολαβικό. Εξάλλου η επιστροφή από την Πολεοδομία του φακέλου της αδείας- μετά από εννέα (9) μήνες από την υποβολή της χωρίς να συνοδεύεται από τα’ απαραίτητα στοιχεία και στο παραπάνω διάστημα η μη ενημέρωση των αιτουσών ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο καθ’ ου εργολάβος επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά και περιήλθε σε υπερημερία. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι ίδια συμπεριφορά είχε επιδείξει και σε άλλους υποψηφίους αγοραστές διαμερισμάτων όπως ρητά αναφέρει ο μάρτυς …. στον οποίο εκούσια δεν παρέδωσε συμφωνηθέν διαμέρισμα και ο ίδιος υπαναχώρησε λαμβάνοντας τη δοθείσα προκαταβολή μετά πάροδο έτους.» Ακολούθως, η παραπάνω υπ αρ 9585/2008 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου αυτού, αφού πιθανολόγησε ότι η απαίτηση των αιτουσών για αποζημίωση από την υπερημερία του καθού θα ανέλθει μέχρι τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαίτησης στη διαγνωστική δίκη υπολογιζόμενων τόκων κι εξόδων λόγω παρόδου ικανού χρόνου στο ποσό των 65.000 ευρώ καθώς και ότι η περιουσιακή κατάσταση του καθου είναι επισφαλής, δέχτηκε εν μέρει την αίτηση των αιτουσών και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου των καθών που βρίσκεται στα χέρια τα δικά του ή τρίτου και κάθε απαίτησης του έναντι τρίτων προκειμένου να εξασφαλισθεί η απαίτηση των αιτουσών μέχρι του ποσού των 65.000 ευρώ. Από τα παραπάνω πιθανολογείται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ότι συντρέχει προσωρινό δεδικασμένο μεταξύ των αιτουσών και του πρώτου των καθ’ ών τόσο σχετικά με το δικαίωμα των αιτουσών για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας και το ύψος του ποσού της εξασφαλιστέας απαίτησης (θετικό δεδικασμένο) όσο και ως προς το μέρος της απαίτησης που δεν κρίθηκε από το Δικαστήριο εξασφαλιστέα  (αρνητικό δεδικασμένο) αφού από την αντιπαραβολή των όσων εκτίθενται στην κρινόμενη   αίτηση   και   σε   αυτήν   (αίτηση)   επί της οποίας εκδόθηκε  η  πιο πάνω απόφαση, πιθανολογείται ότι πρόκειται για την ίδια ιστορική και νομική αιτία μεταξύ των  ίδιων διαδίκων. Συνεπώς, εν προκειμένω, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε το παρόν Δικαστήριο θα ερευνήσει μόνο το ζήτημα, αν το μέτρο που αρχικώς διατάχθηκε, επαρκεί ή δεν επαρκεί πλέον λόγω μεταβολής έκτοτε των συνθηκών. Δηλαδή, θα ερευνήσει μόνο το υπο  (Ζ) κονδύλιο, το οποίο  ζητούν για πρώτη φορά με την παρούσα αίτηση οι αιτούσες  ως προκύπτον για  πρώτη  φορά  μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης καθώς και το εάν η περιουσία του πρώτου των καθών, και η οποία έχει κατασχεθεί ήδη συντηρητικώς, επαρκεί  για  την  ικανοποίηση της αξίωσης των αιτουσών ή αν πρέπει να κατασχεθεί συντηρητικώς και το εκ του υπ αρ 3762/2006    προσυμφώνου κι  εργολαβικού  συμβολαίου δικαίωμα  του πρώτου  των καθών να  μεταβιβαστούν σε αυτόν από τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο    των  καθών τα 403/00 του παραπάνω οικοπέδου και των οριζόντιων  ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά. Αναφορικά με το αιτούμενο κονδύλιο των 75.000 ευρώ για τη ζημία που υπέστησαν οι αιτούσες λόγω του ότι η  νέα   αντιπαροχή  που   έχουν  συμφωνήσει  να  λάβουν  από  τη  νέα εργολήπτρια εταιρία ……, εξαιτίας της μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, δεν περιλαμβάνει το διαμέρισμα των 30 τμ , η αξία του οποίου   ανέρχεται,   μαζί   με   την   αποθήκη   και   τη   θέση στάθμευσης που του αντιστοιχούν,  στο ποσό των 75.000 (30 τμ  Χ 2500 ευρώ ανά τ.μ), το Δικαστήριο πιθανολογεί ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι οι αιτούσες δεν προσκομίζουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο, όπως τη νέα εργολαβική σύμβαση καθώς και συγκριτικά  στοιχεία  για  την  αξία άλλων ακινήτων της ίδια επιφάνειας στην ίδια περιοχή προκειμένου να αποδείξουν αν πράγματι υφίσταται αυτή η διαφοροποίηση στη νέα εργολαβική σύμβαση και σε καταφατική περίπτωση ποιο είναι το ύψος της ζημίας τους. Εξάλλου, πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούσες μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ανακάλυψαν ότι δυνάμει του με αριθμό /2006 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών…. που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου των καθ’ ων (εργολάβου) αφενός και της δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των καθ’ ων (επικαρπώτριας και ψιλών κυρίων αντίστοιχα του οικοπέδου) αφετέρου, ανατέθηκε στον πρώτο η ανέγερση οικοδομής σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας των τελευταίων, με αριθμό ΚΑΕΚ …… κείμενου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του δήμου Χαλανδρίου Αττικής στη θέση Λούτσες και Αγία Σωτήρα στο υπ’ αριθμ .. οικοδομικό τετράγωνο επί της οδού …. εφ’ ής φέρει τον αριθμ…,με το σύστημα της αντιπαροχής με εργολαβικό αντάλλαγμα και σύμφωνα με τους σε αυτό (εργολαβικό συμβόλαιο) όρους και συμφωνίες, με φροντίδα και ευθύνη του πρώτου των καθ’ ων, στον οποίο οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των καθ” ων υποσχέθηκαν ότι θα μεταβιβάσουν στον ίδιο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι ποσοστό 600/1000 του οικοπέδου με τις αντιστοιχούσες στα χιλιοστά αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες θα περιέλθουν σε αυτόν και οι οποίες σύμφωνα με τον πίνακα οριζοντίου ιδιοκτησίας είναι οι εξής: 1) οι υπ αρ .. Αποθήκες του υπογείου 2) υπ αρ .. κλειστή θέση στάθμευσης, … ανοικτές θέσεις στάθμευσης του ισογείου, 3) …διαμέρισμα 4) .. διαμέρισμα και 5) το υπό στοιχεία .. διαμέρισμα και το βατό και μη βατό τμήμα του δώματος μαζί με τα ανήκοντα στις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες 600 χιλιοστά του οικοπέδου. Η δε καταβολή του παραπάνω ανταλλάγματος συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο της οικοδομής, και ήδη οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των καθών έχουν μεταβιβάσει στον πρώτο των καθών τα 197/1000 του οικοπέδου του, που αντιστοιχούν στο Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και στην αποκλειστική χρήση της Ρ5 θέσης στάθμευσης και της Υ1 αποθήκης και απομένουν προς μεταβίβαση τα 403/1000 επί του οικοπέδου με τις λοιπές αντιστοιχούσες σε αυτά προαναφερόμενες …. οριζόντιες ιδιοκτησίες. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση της εκ του ως άνω υπ αρ 3762/2006 προσυμφώνου κι εργολαβικού συμβολαίου απαίτησης του πρώτου των καθών να μεταβιβαστούν σε αυτόν από τους δεύτερη,  τρίτο  και  τέταρτο  των καθών τα 403/00 του παραπάνω οικοπέδου και των οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά καθώς πιθανολογεί ότι η ήδη διαταθχείσα συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου των καθών δεν επαρκεί δεδομένου ότι οι αιτούσες δεν μπόρεσαν να ανεύρουν κάποιο περιουσιακό στοιχείο του πρώτου των καθών, ο δε πρώτος των καθών προσκόμισε δηλώσεις ακίνητης περιουσίας του οικονομικού έτος 2007, στις οποίες ναι μεν εμφαίνεται ότι αυτός κατά εκείνο το χρονικό διάστημα κατείχε ακίνητη περιουσία, όμως, από αυτές το Δικαστήριο δεν μπορεί να πιθανολογήσει τη παρούσα περιουσιακή κατάσταση του καθού. Εξάλλου, το Δικαστήριο από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των καθών αρνούνται την αποπεράτωση της οικοδομής δίχως, όμως, να αναφέρουν τις επί μέρους εργασίες που πρέπει να πραγματοποιηθούν, πιθανολογεί ότι η ως άνω οικοδομή επί του οικοπέδου των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των καθών έχει αποπερατωθεί.

Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω του αντικειμένου της δίκης(178 παρ 3 Κωδ Δικηγ)    

                             ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ αντιμωλία των διαδίκων,

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση,

ΔΙΑΤΑΖΕΙ τη συντηρητική κατάσχεση της εκ του υπ αρ ….. προσυμφώνου κι εργολαβικού συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών …. απαιτήσεως του πρώτου των καθ’ ων (εργολάβου) κατά των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των καθών (οικοπεδούχων) προς μεταβίβαση του ποσοστού των 403/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με αριθμό ΚΑΕΚ … κείμενου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του δήμου Χαλανδρίου Αττικής στη θέση Λούτσες και Αγία Σωτήρα στο υπ’ αριθμ .. οικοδομικό τετράγωνο επί της οδού … εφ’ ής φέρει τον αριθμ…. και συνορεύει σύμφωνα με το από Ιανουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονος μηχανικού ….. που είναι προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ. …. συμβολαίου της άνω Συμβολαιογράφου Βορειοδυτικά …., Βορειοανατολικά …, Νοτιοανατολικά …..και Νοτιοδυτικά …….με ιδιοκτησίες αγνώστων, και τα οποία αντιστοιχούν 1) ΣΤΗΝ ΥΠ’ …. η οποία αποτελείται …, έχει επιφάνεια …….2) ΣΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡ.ΑΠΟΘΗΚΗ, η οποία αποτελείται … έχει επιφάνεια ……και 3) ΣΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. ΑΠΟΘΗΚΗ, η οποία αποτελείται από …, έχει επιφάνεια… 4) ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΣΤ. … ΚΛΕΙΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ    ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ, η οποία αποτελείται από …., έχει επιφάνεια…… 5) ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧ….. ΑΝΟΙΚΤΗ ΘΕΣΗ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ στην πυλωτή, η οποία έχει επιφάνεια….. και 6) ΣΤΟ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ [Β2} ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ, το οποίο αποτελείται από……7) ΣΤΟ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ (ΓΙ) ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ, το οποίο αποτελείται από …..

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την  18-2-2010.

Αναγνώριση κυριότητας | Εμπράγματο, Ακίνητα

Αριθμός Απόφασης

1070/2009

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασιλική Ψιμούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Νικόλαο Μήλιο, Πρωτοδίκη- Κτηματολογικό Δικαστή, Εισηγητή, Μαργίτσα Μιτζέλου, Πρωτοδίκη- Αναπληρώτρια Κτηματολογικού Δικαστή και από τη Γραμματέα Φρειδερίκη Τσόκαρα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 13 Ιανουαρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων-καλούντων:…….από τους οποίους ο πρώτος εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπιλιάνη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Των εναγομένων-καθών η κλήση: ………. από τους οποίους ο  πρώτος  εμφανίστηκε  με  την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Τσιτσίκα και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 29.7.2008 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό 7843/ 6.8.2008, προσδιορίστηκε αρχικά για τις 21.10.2008, οπότε, και η συζήτηση της ματαιώθηκε. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Σχετική, από 22.10.2008, κλήση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό 4210/27.10.2008, προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται, στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις υπ.’αριθ. 9610β/11.8.2008 και 9609β/11.8.2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας Ελένης Αγγελοπούλου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, προκύπτει ότι κλήσεις προς απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς στο γραφείο του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων για τις 8.9.2008, έχουν επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στους εναγόμενους, αντίστοιχα.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1192 αριθ. 1,1198 του Α.Κ., 1 παρ.2α και 3 εδ.α’, β’, 6 παρ.1 και 2, 12 παρ.α’ν.2664/1998 και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 7α παρ. 1 περ. α’ ν. 2664/1998 συνάγεται ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής που ζητείται με αγωγή η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με αυτήν (ανακριβή πρώτη εγγραφή) και η διόρθωση της, αν το συμβόλαιο πώλησης – στην οποία (πώληση) θεμελιώνει ο ενάγων την κυριότητα του στο επίδικο- δεν μεταγράφηκε μέχρι την έναρξη του κτηματολογίου και την αντικατάσταση από αυτό του συστήματος των μεταγραφών, τη μεταγραφή αυτής αναπληρώνει η εκ μέρους του αγοραστή άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή ότι έχει περιέλθει στη συγκυριότητα τους, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου   στον   καθένα   από   αυτούς,   από   αγορά   (του   σχετικού αγοραπωλητηρίου   συμβολαίου   έχοντος   μεταγραφεί   σε   αναρμόδιο υποθηκοφυλακείο), διαφορετικά από χρησικτησία -στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζουν και το χρόνο νομής των αναφερόμενων στην αγωγή δικαιοπαρόχων τους- το ακίνητο που περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια, αξίας 3.000.000 ευρώ. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης που έχει ήδη ολοκληρωθεί στο Δήμο Μελισσιών Αττικής, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, το τελευταίο εσφαλμένα  καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής ως ιδιοκτησία των εναγομένων- σε ποσοστό 75% στον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 25% στη δεύτερη εναγόμενη, ενώ  οι ίδιοι οι ενάγοντες από παραδρομή δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν. 2308/1995, η   δε ως άνω   εγγραφή   είναι  ανακριβής.   Ότι το επίδικο φαίνεται με ΚΑΕΚ που      αναφέρεται στην αγωγή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού    Γραφείου Αμαρουσίου. Ζητούν, λοιπόν, να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 50%» εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του επιδίκου και να διορθωθεί η αρχική εγγραφή ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ανήκει στην ως άνω συγκυριότητα τους. Ζητούν, επίσης, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα.

Η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο καθ’ ύλη (άρθρα 6 παρ. 2 ν. 2664/1998 σε συνδυασμό με 9, 10, 11 αρ. 1. 18 αριθ. 1 ΚπολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 29 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, 1) κοινοποιήθηκε στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 (βλ. την υπ.’ αριθ. 9608β/11.8.2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας…, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες), 2) καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 περ. ιβ’ του ν. 2664/1998 (βλ. το με αριθ. 5981/7.8.2008 πιστοποιητικό του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου) και 3)οι εναγόμενοι δεν προσήλθαν να μετάσχουν  στην απόπειρα  εξώδικης λύσης  της   διαφοράς κατά  την ως άνω με ημεροχρονολογία (8-9-2008, βλ. τη σχετική, από 8-9-2008, δήλωση του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων Διαμάντη Μπιλιάνη, κατ’ άρθρο 214 Α παρ. 8 εδ. β’του Κ.ΠολΔ). Είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και των άρθρων 513, 1033, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, 70, 176 ΚΠολΔ. 6 παρ. 1, 2 ν. 2664/1998. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ανήκει στη συγκυριότητα τους, σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη εναγόμενη,    από έκτακτη χρησικτησία, στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζουν και το χρόνο νομής του αναφερόμενου στις προτάσεις δικαιοπαρόχου τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 του ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσία.

Από την  εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων  που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τόσο οι από 26.9.2008  και από  29.9.2008  ένορκες βεβαιώσεις των Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, Δημητρίου Κάτσιου (από   26.9.2008)   και    Οντισέ   (Οδυσσέα)   Λαζάι   (από    29.9.2008), αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών -οι οποίες ελήφθησαν ύστερ’ από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των εναγομένων εκ μέρους των εναγόντων να παρασταθούν σ’ αυτές (βλ, σχετικά τις  υπ.’ αριθ. 9773β/23.9.2008 και 9772β/23.9.2008,  αντίστοιχα, εκθέσεις  επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας ………., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες)- όσο και οι από 8.12.2008 ένορκες βεβαιώσεις των …… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου -οι οποίες ελήφθησαν ύστερ’ από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των εναγόντων εκ μέρους των εναγόμενων να παρασταθούν σ’ αυτές (βλ. σχετικά τις υπ.’ αριθ. 11556/3.12.2008 και 11557/3.12.2008, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο  Πρωτοδικείο Πειραιά …… που προσκομίζουν και  επικαλούνται  οι εναγόμενοι)-  αποδεικνύονται  τα ακόλουθα:  Από αγορά από το μέχρι τότε αποκλειστικό κύριο του πιο κάτω ακινήτου Στυλιανό Τσουκαλά, δυνάμει του υπ.’αριθ.  /1940 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθήνας -η δε ως άνω αγοραπωλησία και η μεταβίβαση λόγω αυτής της πιο κάτω αναφερόμενης κυριότητας αναγνωρίστηκε με την υπ.’ αριθ. 172/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που επικυρώθηκε με την υπ.’ αριθ. 2314/1965 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. 76. αριθ. 38.020)- περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της Κωνσταντίνας (Στάντης) Αποστολοπούλου του Ανδρέα ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.583,46 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «Παληάγιαννης» στα Μελίσσια Αττικής (και πιο παλιά στην Κηφισιά Αττικής) και συνορεύει γύρω-γύρω και συνολικά με ιδιοκτησίες αγνώστων και με την οδό Νικολάου Ψαρρού. Επίσης, από αγορά από τους μέχρι τότε συγκύριους του πιο πάνω ακινήτου……, δυνάμει του από 12.1.1937 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας -η δε ως άνω αγοραπωλησία και η μεταβίβαση λόγω αυτής της πιο κάτω αναφερόμενης κυριότητας αναγνωρίστηκε με την υπ.’ αριθ. 131/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. 59, αριθ. 28944)- περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της……ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.423.20 τ.μ., που βρίσκεται στην πιο πάνω θέση και συνορεύει γύρω-γύρω και συνολικά με το πιο πάνω ακίνητο, ιδιοκτησίας αγνώστων και με την οδό Νικολάου Ψαρρού. Στη συνέχεια, από εκ διαθήκης -και δη από την από 15.1.1987 ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύτηκε με τα υπ.’ αριθ. 348/26.1.1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- κληρονομιά της ήδη αποβιώσασας (στις 28.7.1987) ανωτέρω …. -την οποία (ως άνω κληρονομιά) η …. κόρη της ως άνω αποβιώσασας, αποδέχθηκε ρητά με την υπ.’ αριθ…../5.4.1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθήνας …., νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. 265, αριθ. 167)- περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της ανωτέρω …. το αμέσως παραπάνω ακίνητο. Επομένως, η ….. έγινε αποκλειστική κύρια των δύο (2) ως άνω όμορων ακινήτων, τα οποία συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο αγροτεμάχιο κατά το έτος 1988 από την ανωτέρω κύρια αυτών. Κατόπιν, από αγορά από τη μέχρι τότε αποκλειστική κύρια των δύο (2) ως άνω ακινήτων …, δυνάμει του υπ.’ αριθ. /1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθήνας -το οποίο δεν έχει μεταγραφεί στο βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου αλλά έχει μεταγραφεί στα αντίστοιχα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς (τόμ. … αριθ…), πλην όμως η ανωτέρω έλλειψη αναπληρώνεται με την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας περιήλθαν στη συγκυριότητα των εναγόντων, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, τα δύο (2) ως άνω όμορα ακίνητα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι από το έτος 1965 και μέχρι το έτος 1990 η ως άνω… επισκεπτόταν ακώλυτα και τακτικά το πρώτο από τα ως άνω ακίνητα και επόπτευε την κατάστασή του, το περιέφραξε και επισκεύαζε την περίφραξη αυτή, όποτε αυτό χρειαζόταν. Επίσης, προέκυψε ότι από το έτος 1964 και μέχρι το θάνατο της (το έτος 1987) η ανωτέρω….. προέβαινε ακώλυτα στις πιο πάνω πράξεις νομής στο δεύτερο από τα πιο πάνω ακίνητα. Μετά δε τη συνένωση των ανωτέρω ακινήτων το έτος 1988 και μέχρι το έτος 1997 η ως άνω ….. συνέχιζε να προβαίνει ακώλυτα στις πιο πάνω πράξεις νομής στο ενιαίο πλέον ανωτέρω ακίνητο. Εξάλλου, οι ενάγοντες από το έτος  1997 και μέχρι το έτος 2004 προέβησαν σε νέα περίφραξη του ενιαίου, ως άνω, ακινήτου, επισκεύαζαν αυτή όποτε αυτό χρειαζόταν και επισκέπτονταν τακτικά το ανωτέρω ακίνητο, χωρίς ποτέ στο διάστημα αυτό να ενοχληθούν από κανένα. Κατά το έτος 2004 όμως οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 3.875 τ.μ., έχει περιέλθει στην κυριότητα τους, σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη από αυτούς -από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του θανόντος, στις 26.11.2003,….., πατέρα του πρώτου εναγόμενου και συζύγου της δεύτερης εναγόμενης, δυνάμει της υπ.’ αριθ. 10.877/6.5.2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά …. μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. … αριθ. …)- υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν. 2308/1995 κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Δήμου Μελισσιών Αττικής, αμφισβητώντας έτσι την ανωτέρω συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο και χωρίς να έχουν προβεί μέχρι τότε σε καμία πράξη νομής στο ως άνω ακίνητο, όπως επίσης δεν προέκυψε, ότι ο ως άνω φερόμενος ως δικαιοπάροχος των εναγομένων προέβη σε κάποια πράξη νομής στο ως άνω ακίνητο. Αντίθετα, οι ενάγοντες από παραδρομή, πιστεύοντας ότι το ως άνω ακίνητο εξακολουθούσε να βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, δεν είχαν προβεί στη μεταγραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με το οποίο μεταβιβάστηκε σε αυτούς η κυριότητα του επιδίκου – στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου και δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν. 2308/1995.

Με την με αριθ. 253/2/25.10.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσιών Αττικής και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3.11.2004. Το ένδικο ακίνητο έχει λάβει ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ ….., εμβαδού 3.755 τ.μ., στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται σ’ αυτά (κτηματολογικά βιβλία) ως ιδιοκτησία των εναγομένων, σε ποσοστό 75% εξ αδιαίρετου του πρώτου εναγόμενου και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της δεύτερης εναγόμενης.

Επομένως, πρέπει, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ως άνω νόμιμος ισχυρισμός των εναγομένου, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως και κατ’ ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ανήκει στην ως άνω συγκυριότητα των εναγόντων. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους, βαρύνουν τους εναγόμενους, που ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη (άρθρο   176  του Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα λοιπά την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτού, ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 3.754,96 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «……» στα Μελίσσια Αττικής και συνορεύει γύρω-γύρω και συνολικά με ιδιοκτησίες αγνώστων και με την οδό ……, ενώ το πιο πάνω ακίνητο έχει λάβει ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ….., εμβαδού 3.755 τ.μ., στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται ως ιδιοκτησία των εναγομένων, σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγόμενου και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της δεύτερης εναγόμενης, στα εν λόγω κτηματολογικά βιβλία.

Διατάσσει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής ως προς το παραπάνω ακίνητο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι αυτό ανήκει στην ως άνω συγκυριότητα των εναγόντων.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία ορίζει σε οχτακόσια (800) ευρώ.

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 5412/2010

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 8ο

—————————-

         Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Χοϊμέ, Αδριανή Λαμπροπούλου – Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Ιωάννα Κορρέ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 19 Νοεμβρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: …… από τους οποίους εκκαλούντες, ο πρώτος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο, Ευτυχία Τσιτσίκα, ενώ η δεύτερη εκκαλούσα, εκπροσωπήθηκε από την  ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: …….. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Διαμαντή Μπιλιάνη.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 29 Ιουλίου 2008 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 7843/2008 ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ αριθμόν 1070/2009 οριστική του απόφαση με την οποία δέχτηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την από 11 Απριλίου 2009 έφεσή τους προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 3870/2009.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ..

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

     Η υπό κρίση, από 11/4/2009 (αριθμ. Καταθ. 3870/2009) έφεση των εναγομένων κατά της υπ’ αριθμ. 1070/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία ούτε γίνεται σχετική επίκληση ότι εχώρησε επίδοση της εκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495§1, 513§1β, 516, 517, 518§2 Κ.Πολ.Δ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 533§1 Κ.Πολ.Δ).

Με την από 29/7/2008 (αριθμ.καταθ. 7843/2008) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των περιγραφομένων στην αγωγή δύο όμορων (ενοποιημένων) αγροτεμαχίων, κυρίως μεν με παράγωγο τρόπο (αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νομίμως μεταγραφέν), επικουρικώς δε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Ότι, κατά τη διαδικασία της γενομένης κτηματογράφησης, το άνω ενιαίο ακίνητο, ανακριβώς, καταχωρήθηκε, με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία των εναγομένων (σε ποσοστό 75% του πρώτου και 25% της δεύτερης), οι οποίοι ψευδώς εμφανίζουν το ακίνητο ως ανήκον στην κυριότητά τους, αμφισβητώντας έτσι το δικό τους δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του άνω ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της άνω, ανακριβούς, πρώτης εγγραφής ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στη δική τους συγκυριότητα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1070/2009 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι εναγόμενοι, με την ένδικη έφεσή τους, για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή των εφεσιβλήτων.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα, με επίκληση, από τους διαδίκους ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, από τους ενάγοντες – εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. 8404/26-9-2008, 8405/26-9-2008 και 8509/29-9-2008 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια των ανωτέρω, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ’ αριθμ. 9773β/23-9-2008 και 9772β/23-9-2008 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας ….) και τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους – εκκαλούντες υπ. αριθμ. 2014/8-12-2008 και 2015/8-12-2008 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που δόθηκαν, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με επιμέλεια των ανωτέρω, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ.αριθμ.11556/3-12-2008 και 11557/3-12-2008 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή …..), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των από 18-3-1938 και 30-7-1938 ιδιωτικών συμφωνητικών, σε συνδυασμό και με το υπ’ αριθμ. 5696/18-3-1940 προσύμφωνο αγοραπωλησίας του τότε Συμβολαιογράφου Αθηνών …..ο ….πώλησε στην ……, εκπροσωπηθείσα στην αγοραπωλησία λόγω ανηλικότητάς της, από τον πατέρα της ….., ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως (σύμφωνα με τα άνω έγγραφα) 1.700τμ περίπου ή όσης εκτάσεως και αν ήταν, που βρισκόταν στη θέση «…» της Κηφισιάς (κατά το προσύμφωνο) και συνόρευε ανατολικά με αγρό πρώην ….. και ήδη….., μεσημβρινώς με δρόμο, αρκτικώς με αγρό Λουμίδη και δυτικώς με ιδιοκτησία Κοσμά Μάρτη. Η άνω αγοραπωλησία και η, δι’ αυτής, γενομένη μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής του πωληθέντος αγρού στην παραπάνω αγοράστρια, κυρώθηκε και αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθμ. 172/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 2314/1965 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμος 76, αρ. 38020). Στον ως άνω πωλητή Στυλιανό Τσουκαλά είχε παραχωρηθεί (μεταξύ άλλων) το παραπάνω ακίνητο ως κληροτεμάχιο με αριθμό 9 κατηγορίας Γ, κατά γενόμενη το έτος 1931 διανομή του Υπουργείου Γεωργίας προς αγροτική αποκατάσταση, ενώ αργότερα εκδόθηκε και το υπ’ αριθμ. 2721/1947 σχετικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, δυνάμει του από 12-1-1937 ιδιωτικού συμφωνητικού (πωλητηρίου), στην Άννα συζ. Ανδρέα Αποστολόπουλου πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, από τους ….. ένας αγρός, κείμενος στη θέση …. της περιφέρειας του δήμου Κηφισιάς, ο οποίος είχε παραχωρηθεί στους άνω πωλητές κατά την προαναφερόμενη διανομή του έτους 1931, ως κληροτεμάχιο με αριθμό 10 κατηγορίας Γ, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 676/1944 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η ως άνω αγοραπωλησία και η μεταβίβαση στην αγοράστρια της κυριότητας, νομής και κατοχής του παραπάνω κληροτεμαχίου κυρώθηκε και αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθμ. 131/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Δυνάμει της από 15-1-1987 ιδιόγραφης διαθήκης της που δημοσιεύτηκε νόμιμα,η ως άνω ….. που απεβίωσε στις 28-7-1987, άφησε, ως κληρονομιά, το παραπάνω περιελθόν στην κυριότητα της ακίνητο (κληρότεμάχιο 10) στην άνω θυγατέρα της και ήδη κυρία του όμορου κληροτεμαχίου 9,…., η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/1990 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών …. που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι, η ανωτέρω ….. απέκτησε την κυριότητα και των δύο ως άνω όμορων αγροτεμαχίων (9 και 10), τα οποία συνενώθηκαν από αυτήν σε ένα ενιαίο ακίνητο περί το έτος 1988. Τα εν λόγω δύο όμορα αγροτεμάχια (ενοποιημένα σε ένα ακίνητο συνολικής εκτάσεως 4.006,66 τμ) η …. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στους ενάγοντες κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του υπ’ αριθμ…./1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ….. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, τα ως άνω πωληθέντα δύο αγροτεμάχια (ενοποιημένα σε ένα) βρίσκονται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της περιφέρειας του δήμου Κηφισιάς Αττικής, στη θέση «…..», στην ανατολικότερη προέκταση της Κηφισιάς και στη βορειότερη των Μελισσίων, το δε πρώτο (υπ’ αριθμ. 9) από αυτά έχει έκταση 1.583,46 τμ και συνορεύει νότια, επί προσώπου μήκους 22,30μ., με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια, επί πλευρά μήκους 22,58μ. με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων και κατά δήλωση της πωλήτριας με ιδιοκτησία …., ανατολικά, επί πλευράς μήκους 70,84μ, με άλλο αγροτεμάχιο της πωλήτριας και δυτικά, επί πλευράς μήκους 69,59μ, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων, ενώ το δεύτερο αγροτεμάχιο (υπ’ αριθμ.10) έχει έκταση 2.423,20τμ και συνορεύει νότια επί προσώπου μήκους 34,39μ με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια επί πλευρά μήκους 34,94μ με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων και κατά δήλωση της πωλήτριας με ιδιοκτησίες … και …., ανατολικά, επί πλευράς μήκους 69,40μ, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας …. και δυτικά, επί πλευράς μήκους 70,84μ, με το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της πωλήτριας. Το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταγράφηκε (αναρμοδίως) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς και όχι στα αντίστοιχα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, το οποίο ήταν τοπικά αρμόδιο για τη μεταγραφή του, αφού τελικά η τοποθεσία που βρίσκονται τα άνω μεταβιβασθέντα αγροτεμάχια ανήκε στην περιφέρεια του Δήμου Μελισσίων Αττικής. Η ως άνω αναρμοδίως γενόμενη μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου είναι ανίσχυρη και δεν παράγει αποτέλεσμα (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, Αστ. Κώδιξ, άρθρο 1192 αρ. 4). Το έτος 1998 άρχισε, σύμφωνα με το ν. 2308/1995, η διαδικασία κτηματογράφησης στην περιφέρεια του Δήμου Μελισσίων Αττικής, στην οποία όπως προαναφέρθηκε βρίσκεται το άνω ενιαίο ακίνητο (αγροτεμάχιο). Στη διαδικασία αυτή, οι εναγόμενοι υπέβαλλαν το έτος 2004, δήλωση ιδιοκτησίας για τμήμα του άνω (ενιαίου) ακινήτου, εκτάσεως (του τμήματος) 3.755τμ., με βάση την υπ’ αριθμ. 10.877/2004 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγραφείσα, σύμφωνα με την οποία (πράξη) αυτοί (οι εναγόμενοι) αποδέχθηκαν ως (εξ αδιαθέτου) κληρονομιαίο ακίνητο του αποβιώσαντος στις 26-11-2003, πατέρα του πρώτου και συζύγου της δεύτερης ….. (κατά ποσοστό ¾ και ¼ εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα) το παραπάνω αναφερόμενο (ενιαίο) αγροτεμάχιο, με την επιπλέον δήλωση ότι τούτο περιήλθε στον αποβιώσαντα δικαιοπάροχό τους με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμόταν για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα ετών. Με την υπ’ αριθμ. 253/2/25-10-2004 απόφαση του Δ.Σ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων (αρχικών) εγγράφων στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσίων Αττικής και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3-11-2004. Το παραπάνω ακίνητο έλαβε ως γεωτεμάχιο, εκτάσεως 3.754,96τμ, τον ΚΑΕΚ …… στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται σε αυτά (με βάση την ως άνω δήλωση) ως ιδιοκτησία των εναγομένων (75% εξ αδιαιρέτου του πρώτου και 25% εξ αδιαιρέτου της δεύτερης). Την εν λόγω εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, προσβάλλουν οι ενάγοντες ως ανακριβή με την ένδικη αγωγή τους υποστηρίζοντας ότι αυτοί είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως, λόγω του ότι πίστευαν ότι τούτο υπάγεται στο Δήμο Κηφισιάς, παρέλειψαν να υποβάλλουν την προβλεπόμενη από το νόμο δήλωση ιδιοκτησίας στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Η άσκηση της ένδικης αγωγής (του άρθρου 6§2 ν. 2664/1998) και η, με επιμέλεια των εναγόντων, καταχώρηση αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, αναπληρώνει, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1§2α, 3 εδ.α, 6§1,2, 12§1 περ.α του ν. 2664/1998 και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 7α§1περ.α του ίδιου νόμου, τη μεταγραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του έτους 1997,το οποίο,όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε μεταγραφεί (αρμοδίως) μέχρι την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή. Οι εναγόμενοι, τόσον πρωτοδίκως όσον και με την ένδικη έφεσή τους αφενός αρνούνται την κυριότητα των εναγόντων αλλά και της άνω δικαιοπαρόχου τους επί του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου προβάλλουν τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας αυτών, κτηθείσας με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενάγοντες (όπως όφειλαν ενόψει και της ανωτέρω αμφισβήτησης) επικαλούνται, ήδη, με την αγωγή τους τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου τους με έκτακτη χρησικτησία. Σχετικά με το εν λόγω ζήτημα αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: Η δικαιοπάροχος (άμεση) των εναγόντων …. (αρχικά διά του εκπροσωπούντος αυτήν πατρός της) και η δικαιοπάροχος αυτής …..ασκούσαν στα ως άνω υπ’ αριθμ. 9 και 10 κληροτεμάχια τις αρμόζουσες στη φύση αυτών διακατοχικές πράξεις από τους προαναφερόμενους χρόνους κατάρτισης των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών πωλήσεώς τους σε αυτές, δηλαδή από τα έτη 1938 και 1937 αντίστοιχα (βλ. σχετικές αναφορές και στις προαναφερόμενες αποφάσεις επικύρωσης των αντίστοιχων ανώμαλων δικαιοπραξιών). Τις διακατοχικές αυτές πράξεις συνέχισαν οι ανωτέρω να ασκούν με διάνοια κυρίου (η καθεμία στο περιελθόν σε αυτήν αγροτεμάχιο) και μετά το έτος 1965 η ….. και το έτος 1964 η ……… (μετά δηλαδή την, κατά τα παραπάνω, επικύρωσή των, με τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, συναφθεισών ανωμάλων δικαιοπραξιών). Έτσι, η ……συνέχισε από τον παραπάνω χρόνο να νέμεται το υπ’ αριθμ. 10 αγροτεμάχιο μέχρι το χρόνο του θανάτου της το έτος 1987, μετά τον οποίο συνέχισε να νέμεται τούτο η, κατά τα ανωτέρω, εκ διαθήκης κληρονόμος της ……η οποία επίσης νεμόταν συνεχώς και αδιαταράκτως, από τον παραπάνω χρόνο, το περιελθόν σε αυτήν υπ’ αριθμ. 9 αγροτεμάχιο, ενώ από το έτος 1988 η τελευταία συνέχισε να νέμεται και τα δύο αγροτεμάχια, ως ενοποιημένα πλέον σε ένα ακίνητο, μέχρι το έτος 1997, οπότε εχώρησε, κατά τα ανωτέρω, η πώληση και μεταβίβαση αυτών στους ενάγοντες. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω επισκέπτονταν συχνά, επόπτευαν και φρόντιζαν τα παραπάνω αγροτεμάχια, ενώ περί το έτος 1970 προέβησαν σε περίφραξη με συρματόπλεγμα αυτών, την οποία, κατά καιρούς, επισκεύαζαν όταν υφίστατο φθορές. Το έτος 1971, μετά από αίτηση της….. χορηγήθηκε σε αυτήν το από 15-3-1971 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου Αμαρουσίου (προσκομιζόμενο) σχετικά με την αξία του άνω αγορασθέντος από αυτήν αγροτεμαχίου, ενώ το έτος 1972, κατόπιν αιτήσεως της ιδίας, χορηγήθηκε σε αυτήν, από τη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα της ως άνω γενομένης διανομής του έτους 1931, όπου αναφέρονται τα παραπάνω κληροτεμάχια και οι αντίστοιχοι κληρούχοι. Επίσης, σε περίφραξη με συρματόπλεγμα του ενιαίου πλέον ακινήτου προέβη η ….. και το έτος 1995, αφού έλαβε, κατόπιν αιτήσεώς της, από την Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς το από 17-7-1995 έγγραφο (προσκομιζόμενο), περί του ότι δεν απαιτείτο η έκδοση της οικοδομικής άδειας για την εν λόγω περίφραξη. Μάλιστα, στις προσκομιζόμενες, με επίκληση, από τους διαδίκους φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου απεικονίζεται καθαρά η περίφραξη αυτή (παλαιωμένη πλέον) που βρίσκεται, ήδη, μέσα από την καινούργια περίφραξη στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες μετά την εκ μέρους τους αγορά του ακινήτου. Το έτος 1996 η άνω …… υπέβαλε αίτηση στο Δασαρχείο Πεντέλης, προκειμένου να πληροφορηθεί αν το επίδικο ακίνητο (ενιαία έκταση 4.006,66τμ) ήταν δασική έκταση. Το δασαρχείο Πεντέλης της απάντησε αρνητικά με το από 3-10-1997 έγγραφό του (προσκομιζόμενο), το οποίο αναρτήθηκε επί ένα μήνα το έτος 1998 στους πίνακες ανακοινώσεων τόσο του Δήμου Μελισσίων όσο και με επιμέλεια του πρώτου ενάγοντος, του Δήμου Κηφισιάς (βλ. σχετικές βεβαιώσεις). Προηγουμένως, κατ’ εντολή της …, συντάχθηκε το από μηνός Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Αντώνη Δασκαλαντωνάκη που αφορά στο επίδικο ακίνητο και προσαρτήθηκε στο προαναφερόμενο έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης. Επίσης, και οι ενάγοντες, από την εκ μέρους του αγορά του επίδικου ακινήτου (έτος 1997) και την ταυτόχρονη παράδοση της νομής του σε αυτούς από την άνω δικαιοπάροχό τους και μέχρι τον Οκτώβριο του 2004 (χρόνος περαίωσης της διαδικασίας των πρώτων εγγράφων στα κτηματολογικά βιβλία), προέβησαν ανενόχλητοι σε πράξεις νομής επί του ακινήτου και συγκεκριμένα επισκέπτονταν, επόπτευαν και φρόντιζαν τούτο, προέβαιναν αρχικά σε επισκευές της ήδη υπάρχουσας περίφραξής του και στη συνέχεια κατασκεύασαν και νέα περίφραξη (περικλείοντας και την παλαιά περίφραξη). Αντίθετα, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ο άνω δικαιοπάροχός τους ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, και μάλιστα επί μια εικοσαετία στο χρονικό διάστημα από τα παραπάνω έτη (1964 και 1965) μέχρι το έτος 2004. Σε αντίθετη κρίση δεν οδηγείται το δικαστήριο από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρος των εναγομένων (γνωστού του δικαιοπαρόχου τους και κατοίκου Μελισσίων), ούτε από τις προσκομιζόμενες από τους τελευταίους δύο ένορκες βεβαιώσεις τρίτων (κατοίκων Μελισσίων), καθόσον, αφενός αυτοί (οι μάρτυρες) δεν αναφέρονται, και μάλιστα σαφώς και ορισμένως σε επαρκείς πράξεις νομής των ανωτέρω, που να μπορούν να τους προσπορίσουν το προβαλλόμενο δικαίωμα κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφετέρου τα όσα αυτοί καταθέτουν αναιρούνται τόσον από τα ως άνω προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα όσον και από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος, ως αδελφός της δικαιοπαρόχου αυτών και ιδιοκτήτης ομόρου με το επίδικο ακινήτου, γνώριζε από την αρχή την πραγματική κατάσταση στο επίδικο και κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα για την άσκηση των ως άνω συγκεκριμένων πράξεων νομής από τους ενάγοντες και τις δικαιοπαρόχους τους. Επίσης, για την άσκηση πράξεων νομής αυτών γίνεται αναφορά και στις ως άνω προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις τρίτων. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, η δικαιοπάροχος των εναγόντων ….., όταν μεταβίβασε σε αυτούς το επίδικο ακίνητο το έτος 1997, είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκε τούτο, συνεχώς, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από το 1965 έως το 1997), δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας για το υπ’ αριθμ. 10 αγροτεμάχιο, το χρόνο της δικής της νομής στο χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της …. Επομένως οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι (κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας) του επιδίκου (ενιαίου) ακινήτου κατά παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησαν τούτο με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο παρά κυρίου (άρθρο 1033ΑΚ),άλλως πρωτοτύπως και μάλιστα με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν το ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας προσμετρώντας το χρόνο της δικής τους νομής στο χρόνο νομής των άνω δικαιοπαρόχων τους (άρθρο 1045, 1051ΑΚ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε τα ίδια παραπάνω και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με την ένδικη έφεσή τους. Επομένως, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ουσίαν.Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει κατ’αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000) ευρώ.

Ακίνητα, Δασικές Εκτάσεις | Αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί ιδιωτικής δασικής έκτασης

Αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί ιδιωτικής δασικής έκτασης, ο οποίος αντιτάσσει δικό του εμπράγματο δικαίωμα και συγκεκριμένα δικαίωμα κυριότητας κατά του μαχητού τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στην περίπτωση που ο τελευταίος αποδείξει είτε ότι απέκτησε κυριότητα επί της δασικής αυτής έκτασης με ένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους ανωτέρω τρόπους είτε ότι η έκταση αυτή δεν ήταν στην πραγματικότητα δασική.

Αριθμός Απόφασης

2480/2012

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

===========

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ανδρέα Ντόκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Δημήτριο Σκουτέρη, Πρωτοδίκη- Κτηματολογικό Δικαστή- Εισηγητή, Αναστασία Σιώμου Πρωτοδίκη- Κτηματολογική Δικαστή και από τη Γραμματέα Ευσταθία Λουκαδούνου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων:…….οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου  Δικηγόρου τους Διαμάντη Μπιλιάνη.

Του εναγομένου: Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, (οδός Καραγεώργη Σερβίας 2) το οποίο παραστάθηκε διά της Ελένης Περούλη, Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Κοινοποιούμενη προς τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής, Δήμος Μελισσίων,κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, Λεωφόρος Κηφισίας 137.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20.4.2011 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4631/5-5-2011 και προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται, στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου δ/τος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.ΑΧΝ’1988 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 «περί δασικού κωδικός» και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφάνειας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστηματος (ΑΕΔ 27/1999). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι, στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., ν. 8 παρ. 1 Κ (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50-14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4) ν. 6 (Πανδ (44.3), ν 767 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., για τον πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Κ. χρόνο για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται τριακονταετής νομή και καλή πίστη και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο και τον χρόνο των δικαιοπαρόχων του. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» (άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ) συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα εθνικά δάση. Προς τούτο, όμως, έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, διότι μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατή χρησικτησία στα κτήματα αυτά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/15-5- 1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», με τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ’ αυτά (Ολ.ΑΠ.75/1987). Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας δημοσίων κτημάτων», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ’ αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή (ΑΠ 1906/2006, Ελλ.Δνη 48. 146, Εφ.Πατρ. 579/2008, Αχ.Νομ. 2009.625).                     Κατά τα ανωτέρω, εκτενώς διαλαμβανόμενα, για κάθε χαρακτηριζόμενη ως ιδιωτική δασική έκταση, δημιουργείται κατ’ αρχήν μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο όμως δύναται να ανατραπεί υπέρ του ιδιώτη που αντιτάσσει δικό του εμπράγματο δικαίωμα και συγκεκριμένα δικαίωμα κυριότητας, στην περίπτωση που ο τελευταίος αποδείξει είτε ότι απέκτησε κυριότητα επί της δασικής αυτής έκτασης με ένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους ανωτέρω τρόπους είτε ότι η έκταση αυτή δεν ήταν στην πραγματικότητα δασική.

Οι ενάγοντες εκθέτουν στην ένδικη αγωγή ότι δυνάμει του υπ’ αριθ……..πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος, δύο όμορα αγροτεμάχια με κτηματολογικούς αριθμούς ..και …. της διανομής του έτους 1931 του αγροκτήματος «Παληαγιάννης», τα οποία κατά το χρόνο κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου είχαν ήδη ενοποιηθεί από τη δικαιοπάροχο τους και αποτελούσαν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο εμβαδού 4.006,66 τ.μ., όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται κατά θέση και όρια, τόσο στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού …… Ότι και τα δύο επί μέρους αγροτεμάχια του ευρύτερου αγροτεμαχίου που αγόρασαν, περιήλθαν στους απώτερους δικαιοπαρόχους της πωλήτριας και άμεσης δικαιοπαρόχου τους ……………., δυνάμει ισάριθμων παραχωρητηρίων της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας. Ότι κατέστησαν κύριοι του προπεριγραφέντος ευρύτερου αγροτεμαχίου, εκτός του παράγωγου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σε αυτό πράξεις νομής, τις οποίες εξειδίκευσαν επαρκώς στην αγωγή και προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους, το χρόνο νομής του από τους δικαιοπαρόχους τους που άρχισαν τη νομή τους το έτος 1931. Ότι από παραδρομή πίστεψαν ότι το ακίνητο τους βρισκόταν εκτός των κτηματογραφημένων περιοχών που υπήχθησαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου και για το λόγο αυτό δεν προέβησαν στην υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας του στο ως άνω κτηματολογικό γραφείο. Ότι εκ των υστέρων διαπίστωσαν πως το ακίνητο αυτό, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, διασπάστηκε σε δύο επί μέρους γεωτεμάχια και κατάχωρηθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το Δήμο Μελισσιών με διαφορετικούς ΚΑΕΚ, τους οποίους προσδιόρισαν στην αγωγή, κύριος του δεύτερου εκ των οποίων γεωτεμαχίων (ΚΑΕΚ 05 092 0101 050/0/0) καταχωρήθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την αιτιολογία ότι το συγκεκριμένο γεωτεμάχιο που έχει εμβαδό 400 τ.μ. και αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 200.000 ευρώ, αποτελούσε δασική έκταση. Ότι, με τον τρόπο αυτό, αμφισβητείται η επ’ αυτού κυριότητα τους από το εναγόμενο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν να αναγνωρισθεί ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος επί του γεωτεμαχίου αυτού, να διορθωθεί η αρχική εγγραφή ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, ώστε να φαίνεται ότι το συγκεκριμένο γεωτεμάχιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε αυτούς εξ αδιαιρέτου και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο καθ1 ύλην (άρθρα 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11 αρ. 1, 14-17, 18 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τόπον (άρθρο 29 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό αυτής, καταχωρίσθηκε εμπρόθεσμα στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 περ. ιβ’ και 5 του ν. 2664/1998 και 220 Κ.Πολ.Δ. (βλ. το υπ’ αριθ. Πρωτ. 5796/ 05-08-2011 πιστοποιητικό καταχώρισης του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου) και προηγήθηκε, κατ’ άρθρο 214Α Κ.Πολ.Δ., απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (βλ. την από 20/06/2011 δήλωση αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς,  που συνέταξε ο πληρεξούσιος  δικηγόρος των εναγόντων). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του προϊσχύσαντος  β.ρ.δ.,  καθώς και σε αυτές των άρθρων 6 παρ. 1, και 2 του ν. 2664/1998, 513, 1033, 1094, 1041, 1042, 1045, 1192 Α.Κ., 70 και 176 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του αρνήθηκε γενικώς την αγωγή και προέβαλε τις ακόλουθες ενστάσεις: 1) του απαραδέκτου της ασκήσεως της επειδή δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθ. 24 του ν. 2732/1999, ήτοι της υποβολής προς το Ελληνικό Δημόσιο αιτήσεως θεραπείας, όμοιου ιστορικού και αιτήματος με την ασκούμενη κατά την ίδια διάταξη, έξι τουλάχιστον μήνες μεταγενέστερα, αγωγή, 2) του απαραδέκτου της ασκήσεως της επειδή δεν έλαβε χώρα η καταχώρηση της στα βιβλία διεκδικήσεων της περιφέρειας του ακινήτου κατ’ άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ., καταχώρηση η οποία στις περιοχές όπου έχει ενεργοποιηθεί το Κτηματολόγιο λαμβάνει χώρα εντός της ίδιας με το άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας στο κτηματολογικό φύλλο του διεκδικούμενου ακινήτου., 3) ένσταση αοριστίας, ισχυριζόμενο αορίστως ότι δεν έλαβε χώρα ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Περαιτέρω, το εναγόμενο, δεν υπέβαλε ούτε με τις κατατεθείσες προτάσεις του ούτε προφορικά κατά τη συζήτηση της αγωγής, με δήλωση του που να καταχωρήθηκε στα Πρακτικά της δίκης ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου γεωτεμαχίου.

Εκ των ανωτέρω ενστάσεων, η πρώτη κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι η τήρηση της προδικασίας του άρθ. άρθ. 24 του ν. 2732/1999, καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 24 του 3983/2011, η δεύτερη (ένσταση) ως ουσία αβάσιμη, διότι οι ενάγοντες καταχώρησαν, όπως προαναφέρθηκε ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της, την αγωγή νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθ. 12 παρ. 1 περ. ιβ του ν. 2664/1998 στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και η τρίτη (ένσταση αοριστίας) ως αόριστη κατά το περιεχόμενο της, διότι το εναγόμενο δεν διέλαβε σε αυτή κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει μη ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, τις προσκομισθείσες μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες φωτογραφίες, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: δυνάμει του υπ’ αριθμ……………συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ……… το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο .. και αριθμό …, οι ενάγοντες απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με πώληση από την ……… δύο (2) όμορα αγροτεμάχια, τα οποία έχουν κτηματολογικούς αριθμούς 9 και 10 αντίστοιχα, της διανομής του έτους 1931 του αγροκτήματος …. τα οποία είχαν συνενωθεί από τη δικαιοπάροχο των αιτούντων, αποτελούν δε ήδη ένα ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής επιφάνειας τεσσάρων χιλιάδων έξι και 66% (4.006,66) τετραγωνικών μέτρων, κείμενο στη θέση “ΠΑΛΗΑΓΙΑΝΝΗ”, στην ανατολικότερη προέκταση της Κηφισιάς και βορειότερη των Μελισσιών, εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός της ζώνης των 500 μέτρων από το σχέδιο πόλεως, της περιφέρειας του δήμου Κηφισιάς Αττικής και εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Β-Α-Η-Ζ-Ε-Δ-Γ-Β στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Αντώνη Δασκαλαντωνάκη, το οποίο προσαρτάται στο άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Τα δύο αυτοτελή όμορα αγροτεμάχια τα οποία αποτελούν το ενιαίο μεγαλύτερο αγροτεμάχιο, συνορεύουν κατά την περιγραφή τους και σύμφωνα με το προσαρτώμενο στο άνω συμβόλαιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ως εξής:  1)  Το πρώτο  αγροτεμάχιο αποτυπώνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α και με τον αριθμό εννέα (9) στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Αντώνη Δασκαλαντωνάκη, έχει έκταση χιλίων πεντακοσίων ογδόντα τριών και 46% (1.583,46) τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει νότια σε πρόσωπο Α-Β μήκους είκοσι δύο και 30% (22,30) μέτρων, με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια σε πλευρά Γ-Δ μήκους είκοσι δύο και 58% (22,58) μέτρων, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας…….., ανατολικά σε πλευρά Α-Δ μήκους εβδομήντα και 84% (70,84) μέτρων, με το έτερο αγροτεμάχιο της πωλήτριας και δυτικά σε πλευρά Β-Γ μήκους εξήντα εννέα και 59% (69,59) μέτρων με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων. Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί το υπ’ αριθμόν εννέα (9) τεμάχιο κατηγορίας Γ ενός γεωργικού κλήρου της διανομής 1931 του Υπουργείου Γεωργίας που περιήλθε στον πρόσφυγα …………, ως δικαιούμενο αγροτικής αποκαταστάσεως κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Ειδικότερα, το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε στον ……. ως κληροτεμάχιο δυνάμει του υπ’ αριθ. …..1947 παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 1465, με αριθμό 357. Στη συνέχεια η ……., δυνάμει του υπ’ αριθμόν 5.696/18-3-1940 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Λιάκου, απέκτησε από τον …… το άνω ακίνητο, η δε μεταβίβαση αυτή αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθμόν …..1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν 2.314/21-6-1965 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο …. με αριθμό …… 2) Το δεύτερο αγροτεμάχιο αποτυπώνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Δ-Ε-Ζ-Η-Α και με τον αριθμό δέκα (10) στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου μηχανικού, σύμφωνα με το οποίο έχει έκταση δύο χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι τριών και 20% (2.423,20) τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει νότια σε πρόσωπο Α-Η μήκους τριάντα τεσσάρων και 39% (34,39) μέτρων, με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια σε πλευρά Δ-Ε-Ζ συνολικού μήκους τριάντα τεσσάρων και 94% (34,94) μέτρων (Δ-Ε=7,65 μ.+ Ε-Ζ= 26,29μ.), με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας ……, ανατολικά σε πλευρά Η-Ζ μήκους εξήντα εννέα και 40% (69,40) μέτρων, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας …… και δυτικά σε πλευρά Α-Δ μήκους εβδομήντα και 84% (70,84) μέτρων με το παραπάνω περιγραφόμενο αγροτεμάχιο. Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί το υπ’ αριθμόν δέκα (10) τεμάχιο κατηγορίας Γ ενός γεωργικού κλήρου της διανομής 1931 του Υπουργείου Γεωργίας που περιήλθε στους πρόσφυγες …………ως κληροτεμάχιο, με βάση το υπ’ αριθμόν 676/8-2-1944 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 1474, με αριθμό 180. Στην συνέχεια οι παραπάνω, με το από 12 Ιανουαρίου 1937 ιδιωτικό πωλητήριο έγγραφο, της πωλήσεως και μεταβιβάσεως αυτής κυρωθείσης με την υπ’ αριθμόν 131/15-10-1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο 59, με αριθμό 28944, μεταβίβασαν στην ………. το παραπάνω αγροτεμάχιο. Η τελευταία πέθανε στις 28 Ιουλίου 1987 στην Αθήνα και με την από 15-1-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση του της 26-01-1990, με το υπ’ αριθμόν 348/26-1-1990 πρακτικό του και καταχωρήθηκε στα βιβλία Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο 1371 με αριθμό 40, άφησε κληρονόμο την κόρη της ……. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε η δικαιοπάροχος των εναγόντων …., δυνάμει της υπ’ αριθμόν 2.494/5-4-1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ……. η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, στον τόμο ….., με αριθμό … καθώς και στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στον τόμο .., με αριθμό ….. Τα δύο (2) ως άνω όμορα αγροτεμάχια, τα οποία φέρουν τους κτηματολογικούς αριθμούς 9 και 10, της διανομής του 1931 του αγροκτήματος “…..”, τα αγόρασαν οι ενάγοντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας εκ πωλήσεως της δυνάμει του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ…….συμβολαίου  αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ……, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο … και αριθμό ….. Επίσης, οι ενάγοντες, οι οποίοι προέβησαν στην αγορά του ακινήτου, το έτος 1997, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονται αδιάλειπτα από τότε, με νόμιμο τίτλο (νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αγοράς του) και θεωρώντας καλόπιστα ότι αυτοί είναι οι κύριοι του, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν ή να αμφισβητηθεί ποτέ η νομή τους επ’ αυτού, ασκώντας όλες τις υλικές και εμφανείς πράξεις που εκδήλωναν τη βούληση τους για εξουσίασή τους. Ειδικότερα, τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, μεταξύ άλλων, το είχαν περιφράξει με συρματόπλεγμα, το επισκέπτονταν τακτικά, το καθάριζαν και επ’ αυτού ο πρώτος ενάγων έχει εναποθέσει διάφορα είδη της επιχείρησης του λόγω του ότι το επίδικο είναι περιφραγμένο και τα πράγματα αυτά είναι επαρκώς προστατευμένα. Επίσης, πέραν του ότι το ακίνητο ήταν περιφραγμένο και τα παλιά του συρματοπλέγματα υπάρχουν ακόμα, οι ενάγοντες κατασκεύασαν τσιμεντένια τοιχία και τοποθέτησαν και νέα υψηλότερη περίφραξη για την προστασία της περιουσίας τους και επιπλέον κατασκεύασαν και πόρτα από συρματόπλεγμα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν για τις πράξεις τους αυτές. Επιπλέον δήλωναν το ακίνητο κατ’ έτος στις σχετικές δηλώσεις της εφορίας. Τις ίδιες εμφανείς πράξεις νομής ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι τους, οι οποίοι πέραν του ότι δήλωναν το ακίνητο στις φορολογικές τους δηλώσεις, το είχαν περιφράξει, το καθάριζαν και το επισκέπτονταν ανελλιπώς, τουλάχιστον από το έτος 1947, οπότε παραχωρήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο αυτών, Στυλιανό Τσουκαλά του Κωνσταντίνου, δυνάμει του υπ’ αριθ. 2.721/16-1-1947 παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το τμήμα του ευρύτερου γεωτεμαχίου που αποτελούσε το κληροτεμάχιο με αριθμό 9. Περαιτέρω, η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο υπάγεται στις κτηματογραφημένες περιοχές του Ν. Αττικής. Εκ παραδρομής όμως σχετικά με το εάν το ακίνητο υπάγεται στα όρια του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου ή του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς και επειδή οι ενάγοντες πίστευαν ότι αυτό υπάγεται στον δήμο Κηφισιάς που δεν έχει κηρυχθεί υπό κτηματογράφηση, παρέλειψαν να υποβάλουν μέσα στη νόμιμη προθεσμία στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο την προβλεπόμενη από το νόμο δήλωση ιδιοκτησίας του. Όταν διαπίστωσαν ότι αυτό ενέπιπτε εντός των ορίων του δήμου Μελισσιών όπου είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία  το  οικείο κτηματολογικό γραφείο, ανέθεσαν σε πληρεξούσιο δικηγόρο τους να καταχωρήσει την ιδιοκτησία τους στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου, οπότε διαπίστωσαν ότι κατά την κτηματογράφηση του στο στάδιο των αρχικών εγγραφών, το επίδικο είχε διασπασθεί σε δύο επί μέρους εδαφικά τμήματα με διαφορετικά ΚΑΕΚ: 1) τον ΚΑΕΚ 05 092 0101 068/0/0 με αναγραφόμενους ως ιδιοκτήτες τους ……. κατά ποσοστό συγκυριότητας 25% και 75 % εξ αδιαιρέτου τον καθένα εξ αυτών αντιστοίχως, -κατά των οποίων οι ενάγοντες άσκησαν την από …..2008 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1070/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία η υπ’ αριθμ. 5412/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκαν τελεσιδίκως συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος του ακινήτου με το παραπάνω ΚΑΕΚ και διατάχθηκε η σχετική διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής. 2) ένα τμήμα εμβαδού 400 τ.μ. (επίδικο), με αριθμό ΚΑΕΚ 05 092 0101 050/0/0 και αναγραφόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ ……., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …….. και εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …. και δυτικά με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ….. Ενώ δηλαδή το επίδικο ακίνητο έχει ενιαία μορφή και είναι ενιαία περιφραγμένο, το κτηματολόγιο το διέσπασε και δημιούργησε δύο ιδιοκτησίες. Κατόπιν έρευνας οι ενάγοντες διαπίστωσαν σχετικά με το με αριθμό ΚΑΕΚ ……. γεωτεμάχιο (επίδικο), με αναγραφόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ότι παρά το γεγονός ότι η κτήση της ιδιοκτησίας τους εξικνείται εκ νόμιμα μεταγεγραμμένων κατά τα ανωτέρω παραχωρητηρίων του Υπουργείου Γεωργίας και παρ’ ότι έχει εκδοθεί και μάλιστα προσαρτάται και στο νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. ……συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ……., με το οποίο αγόρασαν τα δύο ως άνω όμορα ακίνητα, το υπ’ αριθμ. πρωτ. 08/ΔΑΣ/ΠΕ/791 από 3.10.1997 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής που συνοδεύεται και από σχετικό σχεδιάγραμμα, από το οποίο προκύπτει ότι τα ανωτέρω όμορα αγροτεμάχια με αριθμούς 9 και 10 δεν είναι δασική έκταση ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου, αλλά τμήμα της ιδιοκτησίας τους, εντούτοις το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε μέρος της άνω ιδιοκτησίας τους, επιφανείας 400 τ.μ. ως ανήκουσα στο ίδιο, υποβάλλοντας και ένσταση κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της Β’ ανάρτησης. Σε συνέχεια μάλιστα του παραπάνω εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, το Δασαρχείο Πεντέλης με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 4712/2.6.2006 έγγραφο του έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην 1566/10.3.1999 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πεντέλης, πράξη που κατέστη τελεσίδικη και χαρακτηρίζει την επίδικη έκταση ως μη δασική. Η προαναφερόμενη ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξ αιτίας και της απουσίας των εναγόντων από την διαδικασία της συζητήσεως της, καθόσον δεν κλήθηκαν σε αυτή ούτε έλαβαν γνώση περί αυτής, έγινε δεκτή και το τμήμα των 400 τ.μ. του ευρύτερου γεωτεμαχίου αποσπάστηκε από αυτό (ευρύτερο) και αφού του δόθηκε αριθμός ΚΑΕΚ …. καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου με αναγραφόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο ως δήθεν δασική έκταση. Αφού η περιοχή του Δήμου Μελισσιών κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με την με αριθ. 253/2/25.10.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΦΕΚ 1631/Β73.11.2004) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το Δήμο Μελισσιών και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3.11.2004. Το επίδικο, καταχωρήθηκε ως γεωτεμάχιο εμβαδού 400 τμ στον ΚΑΕΚ …… στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται σε αυτά ως ιδιοκτησία του εναγομένου. Δεδομένου δε ότι το εναγόμενο με τις κατατεθείσες προτάσεις του αρνήθηκε γενικώς μόνο, την αγωγή, χωρίς να προβάλει ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ή να ισχυρισθεί ότι έλκει επ’ αυτού οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη αφού δεν αποδείχθηκε, όχι μόνο ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου αλλά ούτε ότι το εναγόμενο άσκησε για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα τη νομή του επιδίκου, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι μνημονευόμενες διατάξεις στη μείζονα σκέψη της παρούσας για την κτήση κυριότητας του δημοσίου επί δασικής εκτάσεως. Επίσης, πρέπει να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι κατά παράγωγο αλλά και κατά πρωτότυπο (τακτική χρησικτησία) τρόπο κτήσης της κυριότητας τους και κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ανήκει κατά συγκυριότητα σε αυτούς. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους, βαρύνουν το εναγόμενο λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΚΙ 1/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 (ΑΠ 322/2008, Δημοσίευση Νόμος), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

                        Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος, ενός γεωτεμαχίου – αγροτεμαχίου, εμβαδού 400 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «…..», στα Μελίσσια Αττικής και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ …………, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ………… και εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …… δυτικά με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …….., έχει λάβει ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ ……., εμβαδού 400 τ.μ., το οποίο φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το δήμο Μελισσιών, ως ιδιοκτησία του εναγομένου.

Διατάσσει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το δήμο Μελισσιών ως προς το παραπάνω ακίνητο, ώστε να φαίνεται ότι ανήκει κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες.

Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου τη δικαστική δαπάνη των εναγόντων την οποία ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.

 

 

 

Κτηματολόγιο | Διόρθωση αρχικής εγγραφής κατα αγνώστου ιδιοκτήτη

Διόρθωση αρχικής εγγραφής κατα αγνώστου ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία σύμφωνα άρθ.6 παρ. 3 ν. 2664/1998, όπως αντ/κε από το  άρθ. 2 παρ.2 ν. 3481/2006

 

 

Αριθμός Απόφασης

3519/2012

Η ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Η Κτηματολογική Δικαστής Αναστασία Ι. Σιώμου, Πρωτοδίκης, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη σύμπραξη της Γραμματέως Μαρίας Γιαννίμπα.

Συζήτησε δημόσια στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 6 Απριλίου 2012, την υπόθεση:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Ασημίνα Σακελλαρίου.

Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 234479/2009 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 12185/2.12.2009, προσδιορίστηκε για 1.10.2010 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση για την παραπάνω δικάσιμο (6.4.2012) και γράφτηκε στο πινάκιο (ΡΚ2-36).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια Δικηγόρος του αιτούντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου: α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 752 ΚΠολΔ), δ) με την προσεπίκληση τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 753). Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία ο καθ’ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη (ΑΠ 41/2003 ΕλλΔνη 2003.434, ΑΠ 1305/1994 ΕλλΔνη 1996. 638, Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας ΚΠολΔ II (2000), άρθρα 739-866, αριθ. 10-12).

ΙΙ. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 3 περίπτωση α’ του ν. 2664/1998 όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3481/2.8.2006, ορίζει: «Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη “άγνωστου ιδιοκτήτη” κατά  την  έννοια  της  παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωριστεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της ως άνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες. Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση  επικυρωμένου   αντιγράφου   της. Εφόσον η αίτηση γίνει  τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή». Από τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως “άγνωστου ιδιοκτήτη”, όποιος   ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της Δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης εγγραπτέου δικαιώματος κατά το χρόνο καταχώρισης της πρώτης εγγραφής είτε του αιτούντος είτε δικαιοπαρόχου του και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή “άγνωστου ιδιοκτήτη” δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος συγκεκριμένου δικαιούχου. Συνακόλουθα του παραπάνω αντικειμένου της Δίκης είναι τα εξής: α) Ο νόμος δεν προβλέπει την απεύθυνση της ως άνω αίτησης εναντίον οποιουδήποτε, όπως του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΚΧΕ, του Προϊσταμένου του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ή άλλου, αν τυχόν δε απευθυνθεί αυτή εναντίον τρίτου, δεν καθίσταται ο τελευταίος διάδικος από το γεγονός και μόνον τούτο, β) Δεν απαιτείται να ζητηθεί με την εν λόγω αίτηση η αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ούτε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της Δίκης που ανοίγεται δεν  είναι  η  αυθεντική  διάγνωση   δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι’ αυτό, άλλωστε, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2  του ν. 2664/1998 στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ας σημειωθεί ακόμη ότι η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος στο πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας θα είχε ως συνέπεια, με την τελεσιδικία της απόφασης, να αναγνωρίζεται το δικαίωμα τούτο έναντι πάντων, ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στη δίκη, που βέβαια δεν ισχύει στην αμφισβητούμενη διαδικασία και δεν είναι αυτός ο σκοπός του νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της περ. β’ της ίδιας παραγράφου (3), με την πιο πάνω αίτηση μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7α παρ.1 περ. α’ του αυτού νόμου, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, για τη διόρθωση της οποίας ισχύουν όσα ορίζονται στα άρθρα 6  και  7,  μέχρι την οριστικοποίηση της ισχύουν τα ακόλουθα: Τα μη καταχωρισθέντα στις πρώτες εγγραφές δικαιώματα μεταβιβάζονται και επιβαρύνονται σύμφωνα   με τις οικείες   γι’ αυτά   διατάξεις, χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης στις διατάξεις αυτές προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο κτηματολόγιο. Σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας, εφόσον ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρίσει στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου την αγωγή που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, την εγγραφή αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών εκθέτει ότι κατά το χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής (11.4.2005)  ο  αιτών  ήταν  ψιλός  κύριος  και  η   ήδη  από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του….. ήταν ισόβια επικαρπώτρια της περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομής, δυνάμει του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου [Α-1 διαμέρισμα Α' ορόφου Α' συγκροτήματος, 109 τμ, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 32 χιλιοστά]. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης – που έχει ήδη περαιωθεί – στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής, εντός των διοικητικών ορίων του οποίου βρίσκεται η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία, αυτή δεν καταχωρίστηκε αυτοτελώς αλλά το ποσοστό συγκυριότητας που αντιστοιχεί σε αυτή έχει συμπεριληφθεί στον ενιαίο ΚΑΕΚ …..(οριζόντιας ιδιοκτησίας) με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 42 χιλιοστά, και φέρεται εσφαλμένως ως αγνώστου κυρίου σε ποσοστό 50/100. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ώστε να καταχωριστούν τα παραπάνω δικαιώματα,   στο ένδικο    ποσοστό   50/100 εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω ακινήτου, αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος κύριος».

Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών που είναι αρμόδιος κατά τόπο (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3481/2.8.2006), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, 1) κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3481/2.8.2006 (υπ’ αριθ. 4846/11.12.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλείου Κουτσογιάννη και 2) καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα στα βιβλία του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής σύμφωνα με την αυτή ως άνω διάταξη (υπ’ αριθ. πρωτ. 5995/8.12.2009 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης). Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προπαρατεθείσες διατάξεις καθώς και σ’ εκείνες των άρθρων 513, 1002, 1033, 1117, 1192, 1198 ΑΚ, και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τα έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ’ αριθ. …..1979 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών …….., νομίμως μεταγεγραμμένου στις 14.4.1979 (υποθ/κείο Αγίας Παρασκευής, τόμος: …, αριθμός: …) ο αιτών απέκτησε την ψιλή κυριότητα και η ήδη από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του, ….απέκτησε την ισόβια επικαρπία της παρακάτω ένδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συγκροτήματος Α’ (Άλφα κεφαλαίο) της πολυκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίας Παρασκευής Απικής, επί της οδού ……..και ειδικότερα: το υπό στοιχεία Α-1  (Άλφα κεφαλαίο αριθμός ένα) διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με επιφάνεια 109 τετραγωνικών μέτρων και ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 32 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική  χρήση της υπό στοιχεία ….θέσης στάθμευσης αυτοκίνητοι επί του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου. Η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί με την υπ’ αριθ. …..1975 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών ….., νομίμως μεταγεγραμμένη, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Με την με αριθ. 291/1.4.2005 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) (ΦΕΚ 460/Β/11.4.2005) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 11.4.2005. Στα πιο πάνω κτηματολογικά βιβλία η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία δεν έχει καταχωριστεί   αυτοτελώς    αλλά το ποσοστό συγκυριότητας που  αντιστοιχεί σε αυτή έχει συμπεριληφθεί στον ενιαίο ΚΑΕΚ 050020511003/0/23 (οριζόντιας ιδιοκτησίας), με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 42 χιλιοστά, και φέρεται εσφαλμένως ως αγνώστου: κυρίου σε ποσοστό 50/100, το οποίο είναι το ένδικο στην παρούσα Δίκη, ενώ κατά το λοιπό ποσοστό 50/100 φέρεται ότι ανήκει κατά κυριότητα στην …… (μη διάδικο), ως προς το τελευταίο δε αυτό ποσοστό, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 4023/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (τακτική διαδικασία) έχουν αναγνωριστεί τα υφιστάμενα κατά την έναρξη του κτηματολογίου δικαιώματα ψιλής κυριότητας του αιτούντος και ισόβιας επικαρπίας της αποβιωσάσης μητέρας του, και έχει διαταχθεί η αντίστοιχη διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να καταχωριστεί ότι κατά το χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής (11.4.2005) ο αιτών ήταν ψιλός κύριος και η ήδη από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του ήταν ισόβια επικαρπώτρια του ένδικου ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αυτοτελώς, αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος κύριος».

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής Αττικής για τον ομώνυμο Δήμο ως προς την παρακάτω οριζόντια ιδιοκτησία του συγκροτήματος Α’ (Άλφα κεφαλαίο) της πολυκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής, επί της οδού ….., και ειδικότερα: το υπό στοιχεία … διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με επιφάνεια …τετραγωνικών μέτρων και ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο …χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία … θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου επί του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, η οποία (οριζόντια ιδιοκτησία) δεν έχει καταχωριστεί αυτοτελώς αλλά το ποσοστό συγκυριότητας που αντιστοιχεί σε αυτή έχει συμπεριληφθεί στον ενιαίο ΚΑΕΚ …..(οριζόντιας ιδιοκτησίας), με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 42 χιλιοστά, προκειμένου να καταχωριστεί ότι κατά το χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Απικής (11.4.2005) ο αιτών ήταν ψιλός κύριος και η ήδη από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του, ……… ήταν ισόβια επικαρπώτρια του ένδικου ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αυτοτελώς, αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος κύριος».