Αναγνώριση κυριότητας | Εμπράγματο, Ακίνητα

Αριθμός Απόφασης

1070/2009

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασιλική Ψιμούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Νικόλαο Μήλιο, Πρωτοδίκη- Κτηματολογικό Δικαστή, Εισηγητή, Μαργίτσα Μιτζέλου, Πρωτοδίκη- Αναπληρώτρια Κτηματολογικού Δικαστή και από τη Γραμματέα Φρειδερίκη Τσόκαρα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 13 Ιανουαρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων-καλούντων:…….από τους οποίους ο πρώτος εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπιλιάνη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Των εναγομένων-καθών η κλήση: ………. από τους οποίους ο  πρώτος  εμφανίστηκε  με  την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Τσιτσίκα και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 29.7.2008 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό 7843/ 6.8.2008, προσδιορίστηκε αρχικά για τις 21.10.2008, οπότε, και η συζήτηση της ματαιώθηκε. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Σχετική, από 22.10.2008, κλήση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό 4210/27.10.2008, προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται, στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις υπ.’αριθ. 9610β/11.8.2008 και 9609β/11.8.2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας Ελένης Αγγελοπούλου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, προκύπτει ότι κλήσεις προς απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς στο γραφείο του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων για τις 8.9.2008, έχουν επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στους εναγόμενους, αντίστοιχα.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1192 αριθ. 1,1198 του Α.Κ., 1 παρ.2α και 3 εδ.α’, β’, 6 παρ.1 και 2, 12 παρ.α’ν.2664/1998 και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 7α παρ. 1 περ. α’ ν. 2664/1998 συνάγεται ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής που ζητείται με αγωγή η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με αυτήν (ανακριβή πρώτη εγγραφή) και η διόρθωση της, αν το συμβόλαιο πώλησης – στην οποία (πώληση) θεμελιώνει ο ενάγων την κυριότητα του στο επίδικο- δεν μεταγράφηκε μέχρι την έναρξη του κτηματολογίου και την αντικατάσταση από αυτό του συστήματος των μεταγραφών, τη μεταγραφή αυτής αναπληρώνει η εκ μέρους του αγοραστή άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή ότι έχει περιέλθει στη συγκυριότητα τους, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου   στον   καθένα   από   αυτούς,   από   αγορά   (του   σχετικού αγοραπωλητηρίου   συμβολαίου   έχοντος   μεταγραφεί   σε   αναρμόδιο υποθηκοφυλακείο), διαφορετικά από χρησικτησία -στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζουν και το χρόνο νομής των αναφερόμενων στην αγωγή δικαιοπαρόχων τους- το ακίνητο που περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια, αξίας 3.000.000 ευρώ. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης που έχει ήδη ολοκληρωθεί στο Δήμο Μελισσιών Αττικής, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, το τελευταίο εσφαλμένα  καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής ως ιδιοκτησία των εναγομένων- σε ποσοστό 75% στον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 25% στη δεύτερη εναγόμενη, ενώ  οι ίδιοι οι ενάγοντες από παραδρομή δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν. 2308/1995, η   δε ως άνω   εγγραφή   είναι  ανακριβής.   Ότι το επίδικο φαίνεται με ΚΑΕΚ που      αναφέρεται στην αγωγή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού    Γραφείου Αμαρουσίου. Ζητούν, λοιπόν, να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 50%» εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του επιδίκου και να διορθωθεί η αρχική εγγραφή ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ανήκει στην ως άνω συγκυριότητα τους. Ζητούν, επίσης, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα.

Η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο καθ’ ύλη (άρθρα 6 παρ. 2 ν. 2664/1998 σε συνδυασμό με 9, 10, 11 αρ. 1. 18 αριθ. 1 ΚπολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 29 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, 1) κοινοποιήθηκε στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 (βλ. την υπ.’ αριθ. 9608β/11.8.2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας…, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες), 2) καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 περ. ιβ’ του ν. 2664/1998 (βλ. το με αριθ. 5981/7.8.2008 πιστοποιητικό του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου) και 3)οι εναγόμενοι δεν προσήλθαν να μετάσχουν  στην απόπειρα  εξώδικης λύσης  της   διαφοράς κατά  την ως άνω με ημεροχρονολογία (8-9-2008, βλ. τη σχετική, από 8-9-2008, δήλωση του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων Διαμάντη Μπιλιάνη, κατ’ άρθρο 214 Α παρ. 8 εδ. β’του Κ.ΠολΔ). Είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και των άρθρων 513, 1033, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, 70, 176 ΚΠολΔ. 6 παρ. 1, 2 ν. 2664/1998. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ανήκει στη συγκυριότητα τους, σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη εναγόμενη,    από έκτακτη χρησικτησία, στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζουν και το χρόνο νομής του αναφερόμενου στις προτάσεις δικαιοπαρόχου τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 του ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσία.

Από την  εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων  που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τόσο οι από 26.9.2008  και από  29.9.2008  ένορκες βεβαιώσεις των Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, Δημητρίου Κάτσιου (από   26.9.2008)   και    Οντισέ   (Οδυσσέα)   Λαζάι   (από    29.9.2008), αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών -οι οποίες ελήφθησαν ύστερ’ από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των εναγομένων εκ μέρους των εναγόντων να παρασταθούν σ’ αυτές (βλ, σχετικά τις  υπ.’ αριθ. 9773β/23.9.2008 και 9772β/23.9.2008,  αντίστοιχα, εκθέσεις  επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας ………., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες)- όσο και οι από 8.12.2008 ένορκες βεβαιώσεις των …… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου -οι οποίες ελήφθησαν ύστερ’ από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των εναγόντων εκ μέρους των εναγόμενων να παρασταθούν σ’ αυτές (βλ. σχετικά τις υπ.’ αριθ. 11556/3.12.2008 και 11557/3.12.2008, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο  Πρωτοδικείο Πειραιά …… που προσκομίζουν και  επικαλούνται  οι εναγόμενοι)-  αποδεικνύονται  τα ακόλουθα:  Από αγορά από το μέχρι τότε αποκλειστικό κύριο του πιο κάτω ακινήτου Στυλιανό Τσουκαλά, δυνάμει του υπ.’αριθ.  /1940 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθήνας -η δε ως άνω αγοραπωλησία και η μεταβίβαση λόγω αυτής της πιο κάτω αναφερόμενης κυριότητας αναγνωρίστηκε με την υπ.’ αριθ. 172/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που επικυρώθηκε με την υπ.’ αριθ. 2314/1965 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. 76. αριθ. 38.020)- περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της Κωνσταντίνας (Στάντης) Αποστολοπούλου του Ανδρέα ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.583,46 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «Παληάγιαννης» στα Μελίσσια Αττικής (και πιο παλιά στην Κηφισιά Αττικής) και συνορεύει γύρω-γύρω και συνολικά με ιδιοκτησίες αγνώστων και με την οδό Νικολάου Ψαρρού. Επίσης, από αγορά από τους μέχρι τότε συγκύριους του πιο πάνω ακινήτου……, δυνάμει του από 12.1.1937 ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας -η δε ως άνω αγοραπωλησία και η μεταβίβαση λόγω αυτής της πιο κάτω αναφερόμενης κυριότητας αναγνωρίστηκε με την υπ.’ αριθ. 131/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. 59, αριθ. 28944)- περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της……ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.423.20 τ.μ., που βρίσκεται στην πιο πάνω θέση και συνορεύει γύρω-γύρω και συνολικά με το πιο πάνω ακίνητο, ιδιοκτησίας αγνώστων και με την οδό Νικολάου Ψαρρού. Στη συνέχεια, από εκ διαθήκης -και δη από την από 15.1.1987 ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύτηκε με τα υπ.’ αριθ. 348/26.1.1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- κληρονομιά της ήδη αποβιώσασας (στις 28.7.1987) ανωτέρω …. -την οποία (ως άνω κληρονομιά) η …. κόρη της ως άνω αποβιώσασας, αποδέχθηκε ρητά με την υπ.’ αριθ…../5.4.1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθήνας …., νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. 265, αριθ. 167)- περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της ανωτέρω …. το αμέσως παραπάνω ακίνητο. Επομένως, η ….. έγινε αποκλειστική κύρια των δύο (2) ως άνω όμορων ακινήτων, τα οποία συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο αγροτεμάχιο κατά το έτος 1988 από την ανωτέρω κύρια αυτών. Κατόπιν, από αγορά από τη μέχρι τότε αποκλειστική κύρια των δύο (2) ως άνω ακινήτων …, δυνάμει του υπ.’ αριθ. /1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθήνας -το οποίο δεν έχει μεταγραφεί στο βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου αλλά έχει μεταγραφεί στα αντίστοιχα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς (τόμ. … αριθ…), πλην όμως η ανωτέρω έλλειψη αναπληρώνεται με την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας περιήλθαν στη συγκυριότητα των εναγόντων, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, τα δύο (2) ως άνω όμορα ακίνητα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι από το έτος 1965 και μέχρι το έτος 1990 η ως άνω… επισκεπτόταν ακώλυτα και τακτικά το πρώτο από τα ως άνω ακίνητα και επόπτευε την κατάστασή του, το περιέφραξε και επισκεύαζε την περίφραξη αυτή, όποτε αυτό χρειαζόταν. Επίσης, προέκυψε ότι από το έτος 1964 και μέχρι το θάνατο της (το έτος 1987) η ανωτέρω….. προέβαινε ακώλυτα στις πιο πάνω πράξεις νομής στο δεύτερο από τα πιο πάνω ακίνητα. Μετά δε τη συνένωση των ανωτέρω ακινήτων το έτος 1988 και μέχρι το έτος 1997 η ως άνω ….. συνέχιζε να προβαίνει ακώλυτα στις πιο πάνω πράξεις νομής στο ενιαίο πλέον ανωτέρω ακίνητο. Εξάλλου, οι ενάγοντες από το έτος  1997 και μέχρι το έτος 2004 προέβησαν σε νέα περίφραξη του ενιαίου, ως άνω, ακινήτου, επισκεύαζαν αυτή όποτε αυτό χρειαζόταν και επισκέπτονταν τακτικά το ανωτέρω ακίνητο, χωρίς ποτέ στο διάστημα αυτό να ενοχληθούν από κανένα. Κατά το έτος 2004 όμως οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 3.875 τ.μ., έχει περιέλθει στην κυριότητα τους, σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη από αυτούς -από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του θανόντος, στις 26.11.2003,….., πατέρα του πρώτου εναγόμενου και συζύγου της δεύτερης εναγόμενης, δυνάμει της υπ.’ αριθ. 10.877/6.5.2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά …. μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμ. … αριθ. …)- υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν. 2308/1995 κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Δήμου Μελισσιών Αττικής, αμφισβητώντας έτσι την ανωτέρω συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο και χωρίς να έχουν προβεί μέχρι τότε σε καμία πράξη νομής στο ως άνω ακίνητο, όπως επίσης δεν προέκυψε, ότι ο ως άνω φερόμενος ως δικαιοπάροχος των εναγομένων προέβη σε κάποια πράξη νομής στο ως άνω ακίνητο. Αντίθετα, οι ενάγοντες από παραδρομή, πιστεύοντας ότι το ως άνω ακίνητο εξακολουθούσε να βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, δεν είχαν προβεί στη μεταγραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με το οποίο μεταβιβάστηκε σε αυτούς η κυριότητα του επιδίκου – στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου και δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν. 2308/1995.

Με την με αριθ. 253/2/25.10.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσιών Αττικής και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3.11.2004. Το ένδικο ακίνητο έχει λάβει ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ ….., εμβαδού 3.755 τ.μ., στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται σ’ αυτά (κτηματολογικά βιβλία) ως ιδιοκτησία των εναγομένων, σε ποσοστό 75% εξ αδιαίρετου του πρώτου εναγόμενου και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της δεύτερης εναγόμενης.

Επομένως, πρέπει, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ως άνω νόμιμος ισχυρισμός των εναγομένου, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως και κατ’ ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ανήκει στην ως άνω συγκυριότητα των εναγόντων. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους, βαρύνουν τους εναγόμενους, που ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη (άρθρο   176  του Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα λοιπά την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτού, ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 3.754,96 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «……» στα Μελίσσια Αττικής και συνορεύει γύρω-γύρω και συνολικά με ιδιοκτησίες αγνώστων και με την οδό ……, ενώ το πιο πάνω ακίνητο έχει λάβει ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ….., εμβαδού 3.755 τ.μ., στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται ως ιδιοκτησία των εναγομένων, σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγόμενου και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της δεύτερης εναγόμενης, στα εν λόγω κτηματολογικά βιβλία.

Διατάσσει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής ως προς το παραπάνω ακίνητο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι αυτό ανήκει στην ως άνω συγκυριότητα των εναγόντων.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία ορίζει σε οχτακόσια (800) ευρώ.

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 5412/2010

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 8ο

—————————-

         Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Χοϊμέ, Αδριανή Λαμπροπούλου – Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Ιωάννα Κορρέ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 19 Νοεμβρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: …… από τους οποίους εκκαλούντες, ο πρώτος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο, Ευτυχία Τσιτσίκα, ενώ η δεύτερη εκκαλούσα, εκπροσωπήθηκε από την  ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: …….. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Διαμαντή Μπιλιάνη.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 29 Ιουλίου 2008 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 7843/2008 ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ αριθμόν 1070/2009 οριστική του απόφαση με την οποία δέχτηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την από 11 Απριλίου 2009 έφεσή τους προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 3870/2009.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ..

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

     Η υπό κρίση, από 11/4/2009 (αριθμ. Καταθ. 3870/2009) έφεση των εναγομένων κατά της υπ’ αριθμ. 1070/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία ούτε γίνεται σχετική επίκληση ότι εχώρησε επίδοση της εκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495§1, 513§1β, 516, 517, 518§2 Κ.Πολ.Δ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 533§1 Κ.Πολ.Δ).

Με την από 29/7/2008 (αριθμ.καταθ. 7843/2008) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των περιγραφομένων στην αγωγή δύο όμορων (ενοποιημένων) αγροτεμαχίων, κυρίως μεν με παράγωγο τρόπο (αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νομίμως μεταγραφέν), επικουρικώς δε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Ότι, κατά τη διαδικασία της γενομένης κτηματογράφησης, το άνω ενιαίο ακίνητο, ανακριβώς, καταχωρήθηκε, με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία των εναγομένων (σε ποσοστό 75% του πρώτου και 25% της δεύτερης), οι οποίοι ψευδώς εμφανίζουν το ακίνητο ως ανήκον στην κυριότητά τους, αμφισβητώντας έτσι το δικό τους δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του άνω ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της άνω, ανακριβούς, πρώτης εγγραφής ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στη δική τους συγκυριότητα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1070/2009 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι εναγόμενοι, με την ένδικη έφεσή τους, για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή των εφεσιβλήτων.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα, με επίκληση, από τους διαδίκους ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, από τους ενάγοντες – εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. 8404/26-9-2008, 8405/26-9-2008 και 8509/29-9-2008 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια των ανωτέρω, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ’ αριθμ. 9773β/23-9-2008 και 9772β/23-9-2008 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας ….) και τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους – εκκαλούντες υπ. αριθμ. 2014/8-12-2008 και 2015/8-12-2008 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που δόθηκαν, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με επιμέλεια των ανωτέρω, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ.αριθμ.11556/3-12-2008 και 11557/3-12-2008 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή …..), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των από 18-3-1938 και 30-7-1938 ιδιωτικών συμφωνητικών, σε συνδυασμό και με το υπ’ αριθμ. 5696/18-3-1940 προσύμφωνο αγοραπωλησίας του τότε Συμβολαιογράφου Αθηνών …..ο ….πώλησε στην ……, εκπροσωπηθείσα στην αγοραπωλησία λόγω ανηλικότητάς της, από τον πατέρα της ….., ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως (σύμφωνα με τα άνω έγγραφα) 1.700τμ περίπου ή όσης εκτάσεως και αν ήταν, που βρισκόταν στη θέση «…» της Κηφισιάς (κατά το προσύμφωνο) και συνόρευε ανατολικά με αγρό πρώην ….. και ήδη….., μεσημβρινώς με δρόμο, αρκτικώς με αγρό Λουμίδη και δυτικώς με ιδιοκτησία Κοσμά Μάρτη. Η άνω αγοραπωλησία και η, δι’ αυτής, γενομένη μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής του πωληθέντος αγρού στην παραπάνω αγοράστρια, κυρώθηκε και αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθμ. 172/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 2314/1965 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμος 76, αρ. 38020). Στον ως άνω πωλητή Στυλιανό Τσουκαλά είχε παραχωρηθεί (μεταξύ άλλων) το παραπάνω ακίνητο ως κληροτεμάχιο με αριθμό 9 κατηγορίας Γ, κατά γενόμενη το έτος 1931 διανομή του Υπουργείου Γεωργίας προς αγροτική αποκατάσταση, ενώ αργότερα εκδόθηκε και το υπ’ αριθμ. 2721/1947 σχετικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, δυνάμει του από 12-1-1937 ιδιωτικού συμφωνητικού (πωλητηρίου), στην Άννα συζ. Ανδρέα Αποστολόπουλου πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, από τους ….. ένας αγρός, κείμενος στη θέση …. της περιφέρειας του δήμου Κηφισιάς, ο οποίος είχε παραχωρηθεί στους άνω πωλητές κατά την προαναφερόμενη διανομή του έτους 1931, ως κληροτεμάχιο με αριθμό 10 κατηγορίας Γ, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 676/1944 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η ως άνω αγοραπωλησία και η μεταβίβαση στην αγοράστρια της κυριότητας, νομής και κατοχής του παραπάνω κληροτεμαχίου κυρώθηκε και αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθμ. 131/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Δυνάμει της από 15-1-1987 ιδιόγραφης διαθήκης της που δημοσιεύτηκε νόμιμα,η ως άνω ….. που απεβίωσε στις 28-7-1987, άφησε, ως κληρονομιά, το παραπάνω περιελθόν στην κυριότητα της ακίνητο (κληρότεμάχιο 10) στην άνω θυγατέρα της και ήδη κυρία του όμορου κληροτεμαχίου 9,…., η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/1990 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών …. που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι, η ανωτέρω ….. απέκτησε την κυριότητα και των δύο ως άνω όμορων αγροτεμαχίων (9 και 10), τα οποία συνενώθηκαν από αυτήν σε ένα ενιαίο ακίνητο περί το έτος 1988. Τα εν λόγω δύο όμορα αγροτεμάχια (ενοποιημένα σε ένα ακίνητο συνολικής εκτάσεως 4.006,66 τμ) η …. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στους ενάγοντες κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του υπ’ αριθμ…./1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ….. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, τα ως άνω πωληθέντα δύο αγροτεμάχια (ενοποιημένα σε ένα) βρίσκονται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της περιφέρειας του δήμου Κηφισιάς Αττικής, στη θέση «…..», στην ανατολικότερη προέκταση της Κηφισιάς και στη βορειότερη των Μελισσίων, το δε πρώτο (υπ’ αριθμ. 9) από αυτά έχει έκταση 1.583,46 τμ και συνορεύει νότια, επί προσώπου μήκους 22,30μ., με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια, επί πλευρά μήκους 22,58μ. με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων και κατά δήλωση της πωλήτριας με ιδιοκτησία …., ανατολικά, επί πλευράς μήκους 70,84μ, με άλλο αγροτεμάχιο της πωλήτριας και δυτικά, επί πλευράς μήκους 69,59μ, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων, ενώ το δεύτερο αγροτεμάχιο (υπ’ αριθμ.10) έχει έκταση 2.423,20τμ και συνορεύει νότια επί προσώπου μήκους 34,39μ με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια επί πλευρά μήκους 34,94μ με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων και κατά δήλωση της πωλήτριας με ιδιοκτησίες … και …., ανατολικά, επί πλευράς μήκους 69,40μ, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας …. και δυτικά, επί πλευράς μήκους 70,84μ, με το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της πωλήτριας. Το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταγράφηκε (αναρμοδίως) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς και όχι στα αντίστοιχα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, το οποίο ήταν τοπικά αρμόδιο για τη μεταγραφή του, αφού τελικά η τοποθεσία που βρίσκονται τα άνω μεταβιβασθέντα αγροτεμάχια ανήκε στην περιφέρεια του Δήμου Μελισσίων Αττικής. Η ως άνω αναρμοδίως γενόμενη μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου είναι ανίσχυρη και δεν παράγει αποτέλεσμα (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, Αστ. Κώδιξ, άρθρο 1192 αρ. 4). Το έτος 1998 άρχισε, σύμφωνα με το ν. 2308/1995, η διαδικασία κτηματογράφησης στην περιφέρεια του Δήμου Μελισσίων Αττικής, στην οποία όπως προαναφέρθηκε βρίσκεται το άνω ενιαίο ακίνητο (αγροτεμάχιο). Στη διαδικασία αυτή, οι εναγόμενοι υπέβαλλαν το έτος 2004, δήλωση ιδιοκτησίας για τμήμα του άνω (ενιαίου) ακινήτου, εκτάσεως (του τμήματος) 3.755τμ., με βάση την υπ’ αριθμ. 10.877/2004 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγραφείσα, σύμφωνα με την οποία (πράξη) αυτοί (οι εναγόμενοι) αποδέχθηκαν ως (εξ αδιαθέτου) κληρονομιαίο ακίνητο του αποβιώσαντος στις 26-11-2003, πατέρα του πρώτου και συζύγου της δεύτερης ….. (κατά ποσοστό ¾ και ¼ εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα) το παραπάνω αναφερόμενο (ενιαίο) αγροτεμάχιο, με την επιπλέον δήλωση ότι τούτο περιήλθε στον αποβιώσαντα δικαιοπάροχό τους με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμόταν για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα ετών. Με την υπ’ αριθμ. 253/2/25-10-2004 απόφαση του Δ.Σ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων (αρχικών) εγγράφων στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσίων Αττικής και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3-11-2004. Το παραπάνω ακίνητο έλαβε ως γεωτεμάχιο, εκτάσεως 3.754,96τμ, τον ΚΑΕΚ …… στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται σε αυτά (με βάση την ως άνω δήλωση) ως ιδιοκτησία των εναγομένων (75% εξ αδιαιρέτου του πρώτου και 25% εξ αδιαιρέτου της δεύτερης). Την εν λόγω εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, προσβάλλουν οι ενάγοντες ως ανακριβή με την ένδικη αγωγή τους υποστηρίζοντας ότι αυτοί είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως, λόγω του ότι πίστευαν ότι τούτο υπάγεται στο Δήμο Κηφισιάς, παρέλειψαν να υποβάλλουν την προβλεπόμενη από το νόμο δήλωση ιδιοκτησίας στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Η άσκηση της ένδικης αγωγής (του άρθρου 6§2 ν. 2664/1998) και η, με επιμέλεια των εναγόντων, καταχώρηση αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, αναπληρώνει, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1§2α, 3 εδ.α, 6§1,2, 12§1 περ.α του ν. 2664/1998 και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 7α§1περ.α του ίδιου νόμου, τη μεταγραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του έτους 1997,το οποίο,όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε μεταγραφεί (αρμοδίως) μέχρι την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή. Οι εναγόμενοι, τόσον πρωτοδίκως όσον και με την ένδικη έφεσή τους αφενός αρνούνται την κυριότητα των εναγόντων αλλά και της άνω δικαιοπαρόχου τους επί του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου προβάλλουν τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας αυτών, κτηθείσας με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενάγοντες (όπως όφειλαν ενόψει και της ανωτέρω αμφισβήτησης) επικαλούνται, ήδη, με την αγωγή τους τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου τους με έκτακτη χρησικτησία. Σχετικά με το εν λόγω ζήτημα αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: Η δικαιοπάροχος (άμεση) των εναγόντων …. (αρχικά διά του εκπροσωπούντος αυτήν πατρός της) και η δικαιοπάροχος αυτής …..ασκούσαν στα ως άνω υπ’ αριθμ. 9 και 10 κληροτεμάχια τις αρμόζουσες στη φύση αυτών διακατοχικές πράξεις από τους προαναφερόμενους χρόνους κατάρτισης των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών πωλήσεώς τους σε αυτές, δηλαδή από τα έτη 1938 και 1937 αντίστοιχα (βλ. σχετικές αναφορές και στις προαναφερόμενες αποφάσεις επικύρωσης των αντίστοιχων ανώμαλων δικαιοπραξιών). Τις διακατοχικές αυτές πράξεις συνέχισαν οι ανωτέρω να ασκούν με διάνοια κυρίου (η καθεμία στο περιελθόν σε αυτήν αγροτεμάχιο) και μετά το έτος 1965 η ….. και το έτος 1964 η ……… (μετά δηλαδή την, κατά τα παραπάνω, επικύρωσή των, με τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, συναφθεισών ανωμάλων δικαιοπραξιών). Έτσι, η ……συνέχισε από τον παραπάνω χρόνο να νέμεται το υπ’ αριθμ. 10 αγροτεμάχιο μέχρι το χρόνο του θανάτου της το έτος 1987, μετά τον οποίο συνέχισε να νέμεται τούτο η, κατά τα ανωτέρω, εκ διαθήκης κληρονόμος της ……η οποία επίσης νεμόταν συνεχώς και αδιαταράκτως, από τον παραπάνω χρόνο, το περιελθόν σε αυτήν υπ’ αριθμ. 9 αγροτεμάχιο, ενώ από το έτος 1988 η τελευταία συνέχισε να νέμεται και τα δύο αγροτεμάχια, ως ενοποιημένα πλέον σε ένα ακίνητο, μέχρι το έτος 1997, οπότε εχώρησε, κατά τα ανωτέρω, η πώληση και μεταβίβαση αυτών στους ενάγοντες. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω επισκέπτονταν συχνά, επόπτευαν και φρόντιζαν τα παραπάνω αγροτεμάχια, ενώ περί το έτος 1970 προέβησαν σε περίφραξη με συρματόπλεγμα αυτών, την οποία, κατά καιρούς, επισκεύαζαν όταν υφίστατο φθορές. Το έτος 1971, μετά από αίτηση της….. χορηγήθηκε σε αυτήν το από 15-3-1971 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου Αμαρουσίου (προσκομιζόμενο) σχετικά με την αξία του άνω αγορασθέντος από αυτήν αγροτεμαχίου, ενώ το έτος 1972, κατόπιν αιτήσεως της ιδίας, χορηγήθηκε σε αυτήν, από τη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα της ως άνω γενομένης διανομής του έτους 1931, όπου αναφέρονται τα παραπάνω κληροτεμάχια και οι αντίστοιχοι κληρούχοι. Επίσης, σε περίφραξη με συρματόπλεγμα του ενιαίου πλέον ακινήτου προέβη η ….. και το έτος 1995, αφού έλαβε, κατόπιν αιτήσεώς της, από την Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς το από 17-7-1995 έγγραφο (προσκομιζόμενο), περί του ότι δεν απαιτείτο η έκδοση της οικοδομικής άδειας για την εν λόγω περίφραξη. Μάλιστα, στις προσκομιζόμενες, με επίκληση, από τους διαδίκους φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου απεικονίζεται καθαρά η περίφραξη αυτή (παλαιωμένη πλέον) που βρίσκεται, ήδη, μέσα από την καινούργια περίφραξη στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες μετά την εκ μέρους τους αγορά του ακινήτου. Το έτος 1996 η άνω …… υπέβαλε αίτηση στο Δασαρχείο Πεντέλης, προκειμένου να πληροφορηθεί αν το επίδικο ακίνητο (ενιαία έκταση 4.006,66τμ) ήταν δασική έκταση. Το δασαρχείο Πεντέλης της απάντησε αρνητικά με το από 3-10-1997 έγγραφό του (προσκομιζόμενο), το οποίο αναρτήθηκε επί ένα μήνα το έτος 1998 στους πίνακες ανακοινώσεων τόσο του Δήμου Μελισσίων όσο και με επιμέλεια του πρώτου ενάγοντος, του Δήμου Κηφισιάς (βλ. σχετικές βεβαιώσεις). Προηγουμένως, κατ’ εντολή της …, συντάχθηκε το από μηνός Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Αντώνη Δασκαλαντωνάκη που αφορά στο επίδικο ακίνητο και προσαρτήθηκε στο προαναφερόμενο έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης. Επίσης, και οι ενάγοντες, από την εκ μέρους του αγορά του επίδικου ακινήτου (έτος 1997) και την ταυτόχρονη παράδοση της νομής του σε αυτούς από την άνω δικαιοπάροχό τους και μέχρι τον Οκτώβριο του 2004 (χρόνος περαίωσης της διαδικασίας των πρώτων εγγράφων στα κτηματολογικά βιβλία), προέβησαν ανενόχλητοι σε πράξεις νομής επί του ακινήτου και συγκεκριμένα επισκέπτονταν, επόπτευαν και φρόντιζαν τούτο, προέβαιναν αρχικά σε επισκευές της ήδη υπάρχουσας περίφραξής του και στη συνέχεια κατασκεύασαν και νέα περίφραξη (περικλείοντας και την παλαιά περίφραξη). Αντίθετα, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ο άνω δικαιοπάροχός τους ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, και μάλιστα επί μια εικοσαετία στο χρονικό διάστημα από τα παραπάνω έτη (1964 και 1965) μέχρι το έτος 2004. Σε αντίθετη κρίση δεν οδηγείται το δικαστήριο από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρος των εναγομένων (γνωστού του δικαιοπαρόχου τους και κατοίκου Μελισσίων), ούτε από τις προσκομιζόμενες από τους τελευταίους δύο ένορκες βεβαιώσεις τρίτων (κατοίκων Μελισσίων), καθόσον, αφενός αυτοί (οι μάρτυρες) δεν αναφέρονται, και μάλιστα σαφώς και ορισμένως σε επαρκείς πράξεις νομής των ανωτέρω, που να μπορούν να τους προσπορίσουν το προβαλλόμενο δικαίωμα κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφετέρου τα όσα αυτοί καταθέτουν αναιρούνται τόσον από τα ως άνω προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα όσον και από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος, ως αδελφός της δικαιοπαρόχου αυτών και ιδιοκτήτης ομόρου με το επίδικο ακινήτου, γνώριζε από την αρχή την πραγματική κατάσταση στο επίδικο και κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα για την άσκηση των ως άνω συγκεκριμένων πράξεων νομής από τους ενάγοντες και τις δικαιοπαρόχους τους. Επίσης, για την άσκηση πράξεων νομής αυτών γίνεται αναφορά και στις ως άνω προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις τρίτων. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, η δικαιοπάροχος των εναγόντων ….., όταν μεταβίβασε σε αυτούς το επίδικο ακίνητο το έτος 1997, είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκε τούτο, συνεχώς, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από το 1965 έως το 1997), δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας για το υπ’ αριθμ. 10 αγροτεμάχιο, το χρόνο της δικής της νομής στο χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της …. Επομένως οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι (κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας) του επιδίκου (ενιαίου) ακινήτου κατά παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησαν τούτο με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο παρά κυρίου (άρθρο 1033ΑΚ),άλλως πρωτοτύπως και μάλιστα με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν το ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας προσμετρώντας το χρόνο της δικής τους νομής στο χρόνο νομής των άνω δικαιοπαρόχων τους (άρθρο 1045, 1051ΑΚ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε τα ίδια παραπάνω και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με την ένδικη έφεσή τους. Επομένως, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ουσίαν.Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει κατ’αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000) ευρώ.

Ακίνητα, Δασικές Εκτάσεις | Αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί ιδιωτικής δασικής έκτασης

Αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί ιδιωτικής δασικής έκτασης, ο οποίος αντιτάσσει δικό του εμπράγματο δικαίωμα και συγκεκριμένα δικαίωμα κυριότητας κατά του μαχητού τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στην περίπτωση που ο τελευταίος αποδείξει είτε ότι απέκτησε κυριότητα επί της δασικής αυτής έκτασης με ένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους ανωτέρω τρόπους είτε ότι η έκταση αυτή δεν ήταν στην πραγματικότητα δασική.

Αριθμός Απόφασης

2480/2012

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

===========

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ανδρέα Ντόκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Δημήτριο Σκουτέρη, Πρωτοδίκη- Κτηματολογικό Δικαστή- Εισηγητή, Αναστασία Σιώμου Πρωτοδίκη- Κτηματολογική Δικαστή και από τη Γραμματέα Ευσταθία Λουκαδούνου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων:…….οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου  Δικηγόρου τους Διαμάντη Μπιλιάνη.

Του εναγομένου: Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, (οδός Καραγεώργη Σερβίας 2) το οποίο παραστάθηκε διά της Ελένης Περούλη, Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Κοινοποιούμενη προς τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής, Δήμος Μελισσίων,κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, Λεωφόρος Κηφισίας 137.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20.4.2011 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4631/5-5-2011 και προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται, στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου δ/τος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.ΑΧΝ’1988 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 «περί δασικού κωδικός» και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφάνειας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστηματος (ΑΕΔ 27/1999). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι, στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., ν. 8 παρ. 1 Κ (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50-14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4) ν. 6 (Πανδ (44.3), ν 767 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., για τον πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Κ. χρόνο για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται τριακονταετής νομή και καλή πίστη και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο και τον χρόνο των δικαιοπαρόχων του. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» (άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ) συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα εθνικά δάση. Προς τούτο, όμως, έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, διότι μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατή χρησικτησία στα κτήματα αυτά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/15-5- 1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», με τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ’ αυτά (Ολ.ΑΠ.75/1987). Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας δημοσίων κτημάτων», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ’ αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή (ΑΠ 1906/2006, Ελλ.Δνη 48. 146, Εφ.Πατρ. 579/2008, Αχ.Νομ. 2009.625).                     Κατά τα ανωτέρω, εκτενώς διαλαμβανόμενα, για κάθε χαρακτηριζόμενη ως ιδιωτική δασική έκταση, δημιουργείται κατ’ αρχήν μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο όμως δύναται να ανατραπεί υπέρ του ιδιώτη που αντιτάσσει δικό του εμπράγματο δικαίωμα και συγκεκριμένα δικαίωμα κυριότητας, στην περίπτωση που ο τελευταίος αποδείξει είτε ότι απέκτησε κυριότητα επί της δασικής αυτής έκτασης με ένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους ανωτέρω τρόπους είτε ότι η έκταση αυτή δεν ήταν στην πραγματικότητα δασική.

Οι ενάγοντες εκθέτουν στην ένδικη αγωγή ότι δυνάμει του υπ’ αριθ……..πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος, δύο όμορα αγροτεμάχια με κτηματολογικούς αριθμούς ..και …. της διανομής του έτους 1931 του αγροκτήματος «Παληαγιάννης», τα οποία κατά το χρόνο κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου είχαν ήδη ενοποιηθεί από τη δικαιοπάροχο τους και αποτελούσαν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο εμβαδού 4.006,66 τ.μ., όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται κατά θέση και όρια, τόσο στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού …… Ότι και τα δύο επί μέρους αγροτεμάχια του ευρύτερου αγροτεμαχίου που αγόρασαν, περιήλθαν στους απώτερους δικαιοπαρόχους της πωλήτριας και άμεσης δικαιοπαρόχου τους ……………., δυνάμει ισάριθμων παραχωρητηρίων της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας. Ότι κατέστησαν κύριοι του προπεριγραφέντος ευρύτερου αγροτεμαχίου, εκτός του παράγωγου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σε αυτό πράξεις νομής, τις οποίες εξειδίκευσαν επαρκώς στην αγωγή και προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους, το χρόνο νομής του από τους δικαιοπαρόχους τους που άρχισαν τη νομή τους το έτος 1931. Ότι από παραδρομή πίστεψαν ότι το ακίνητο τους βρισκόταν εκτός των κτηματογραφημένων περιοχών που υπήχθησαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου και για το λόγο αυτό δεν προέβησαν στην υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας του στο ως άνω κτηματολογικό γραφείο. Ότι εκ των υστέρων διαπίστωσαν πως το ακίνητο αυτό, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, διασπάστηκε σε δύο επί μέρους γεωτεμάχια και κατάχωρηθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το Δήμο Μελισσιών με διαφορετικούς ΚΑΕΚ, τους οποίους προσδιόρισαν στην αγωγή, κύριος του δεύτερου εκ των οποίων γεωτεμαχίων (ΚΑΕΚ 05 092 0101 050/0/0) καταχωρήθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την αιτιολογία ότι το συγκεκριμένο γεωτεμάχιο που έχει εμβαδό 400 τ.μ. και αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 200.000 ευρώ, αποτελούσε δασική έκταση. Ότι, με τον τρόπο αυτό, αμφισβητείται η επ’ αυτού κυριότητα τους από το εναγόμενο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν να αναγνωρισθεί ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος επί του γεωτεμαχίου αυτού, να διορθωθεί η αρχική εγγραφή ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, ώστε να φαίνεται ότι το συγκεκριμένο γεωτεμάχιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε αυτούς εξ αδιαιρέτου και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο καθ1 ύλην (άρθρα 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11 αρ. 1, 14-17, 18 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τόπον (άρθρο 29 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό αυτής, καταχωρίσθηκε εμπρόθεσμα στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 περ. ιβ’ και 5 του ν. 2664/1998 και 220 Κ.Πολ.Δ. (βλ. το υπ’ αριθ. Πρωτ. 5796/ 05-08-2011 πιστοποιητικό καταχώρισης του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου) και προηγήθηκε, κατ’ άρθρο 214Α Κ.Πολ.Δ., απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (βλ. την από 20/06/2011 δήλωση αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς,  που συνέταξε ο πληρεξούσιος  δικηγόρος των εναγόντων). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του προϊσχύσαντος  β.ρ.δ.,  καθώς και σε αυτές των άρθρων 6 παρ. 1, και 2 του ν. 2664/1998, 513, 1033, 1094, 1041, 1042, 1045, 1192 Α.Κ., 70 και 176 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του αρνήθηκε γενικώς την αγωγή και προέβαλε τις ακόλουθες ενστάσεις: 1) του απαραδέκτου της ασκήσεως της επειδή δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθ. 24 του ν. 2732/1999, ήτοι της υποβολής προς το Ελληνικό Δημόσιο αιτήσεως θεραπείας, όμοιου ιστορικού και αιτήματος με την ασκούμενη κατά την ίδια διάταξη, έξι τουλάχιστον μήνες μεταγενέστερα, αγωγή, 2) του απαραδέκτου της ασκήσεως της επειδή δεν έλαβε χώρα η καταχώρηση της στα βιβλία διεκδικήσεων της περιφέρειας του ακινήτου κατ’ άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ., καταχώρηση η οποία στις περιοχές όπου έχει ενεργοποιηθεί το Κτηματολόγιο λαμβάνει χώρα εντός της ίδιας με το άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας στο κτηματολογικό φύλλο του διεκδικούμενου ακινήτου., 3) ένσταση αοριστίας, ισχυριζόμενο αορίστως ότι δεν έλαβε χώρα ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Περαιτέρω, το εναγόμενο, δεν υπέβαλε ούτε με τις κατατεθείσες προτάσεις του ούτε προφορικά κατά τη συζήτηση της αγωγής, με δήλωση του που να καταχωρήθηκε στα Πρακτικά της δίκης ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου γεωτεμαχίου.

Εκ των ανωτέρω ενστάσεων, η πρώτη κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι η τήρηση της προδικασίας του άρθ. άρθ. 24 του ν. 2732/1999, καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 24 του 3983/2011, η δεύτερη (ένσταση) ως ουσία αβάσιμη, διότι οι ενάγοντες καταχώρησαν, όπως προαναφέρθηκε ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της, την αγωγή νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθ. 12 παρ. 1 περ. ιβ του ν. 2664/1998 στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και η τρίτη (ένσταση αοριστίας) ως αόριστη κατά το περιεχόμενο της, διότι το εναγόμενο δεν διέλαβε σε αυτή κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει μη ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, τις προσκομισθείσες μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες φωτογραφίες, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: δυνάμει του υπ’ αριθμ……………συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ……… το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο .. και αριθμό …, οι ενάγοντες απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με πώληση από την ……… δύο (2) όμορα αγροτεμάχια, τα οποία έχουν κτηματολογικούς αριθμούς 9 και 10 αντίστοιχα, της διανομής του έτους 1931 του αγροκτήματος …. τα οποία είχαν συνενωθεί από τη δικαιοπάροχο των αιτούντων, αποτελούν δε ήδη ένα ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής επιφάνειας τεσσάρων χιλιάδων έξι και 66% (4.006,66) τετραγωνικών μέτρων, κείμενο στη θέση “ΠΑΛΗΑΓΙΑΝΝΗ”, στην ανατολικότερη προέκταση της Κηφισιάς και βορειότερη των Μελισσιών, εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός της ζώνης των 500 μέτρων από το σχέδιο πόλεως, της περιφέρειας του δήμου Κηφισιάς Αττικής και εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Β-Α-Η-Ζ-Ε-Δ-Γ-Β στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Αντώνη Δασκαλαντωνάκη, το οποίο προσαρτάται στο άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Τα δύο αυτοτελή όμορα αγροτεμάχια τα οποία αποτελούν το ενιαίο μεγαλύτερο αγροτεμάχιο, συνορεύουν κατά την περιγραφή τους και σύμφωνα με το προσαρτώμενο στο άνω συμβόλαιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ως εξής:  1)  Το πρώτο  αγροτεμάχιο αποτυπώνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α και με τον αριθμό εννέα (9) στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Αντώνη Δασκαλαντωνάκη, έχει έκταση χιλίων πεντακοσίων ογδόντα τριών και 46% (1.583,46) τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει νότια σε πρόσωπο Α-Β μήκους είκοσι δύο και 30% (22,30) μέτρων, με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια σε πλευρά Γ-Δ μήκους είκοσι δύο και 58% (22,58) μέτρων, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας…….., ανατολικά σε πλευρά Α-Δ μήκους εβδομήντα και 84% (70,84) μέτρων, με το έτερο αγροτεμάχιο της πωλήτριας και δυτικά σε πλευρά Β-Γ μήκους εξήντα εννέα και 59% (69,59) μέτρων με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων. Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί το υπ’ αριθμόν εννέα (9) τεμάχιο κατηγορίας Γ ενός γεωργικού κλήρου της διανομής 1931 του Υπουργείου Γεωργίας που περιήλθε στον πρόσφυγα …………, ως δικαιούμενο αγροτικής αποκαταστάσεως κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Ειδικότερα, το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε στον ……. ως κληροτεμάχιο δυνάμει του υπ’ αριθ. …..1947 παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 1465, με αριθμό 357. Στη συνέχεια η ……., δυνάμει του υπ’ αριθμόν 5.696/18-3-1940 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Λιάκου, απέκτησε από τον …… το άνω ακίνητο, η δε μεταβίβαση αυτή αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθμόν …..1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν 2.314/21-6-1965 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο …. με αριθμό …… 2) Το δεύτερο αγροτεμάχιο αποτυπώνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Δ-Ε-Ζ-Η-Α και με τον αριθμό δέκα (10) στο από Ιανουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου μηχανικού, σύμφωνα με το οποίο έχει έκταση δύο χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι τριών και 20% (2.423,20) τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει νότια σε πρόσωπο Α-Η μήκους τριάντα τεσσάρων και 39% (34,39) μέτρων, με ασφαλτοστρωμένη οδό, βόρεια σε πλευρά Δ-Ε-Ζ συνολικού μήκους τριάντα τεσσάρων και 94% (34,94) μέτρων (Δ-Ε=7,65 μ.+ Ε-Ζ= 26,29μ.), με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας ……, ανατολικά σε πλευρά Η-Ζ μήκους εξήντα εννέα και 40% (69,40) μέτρων, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας …… και δυτικά σε πλευρά Α-Δ μήκους εβδομήντα και 84% (70,84) μέτρων με το παραπάνω περιγραφόμενο αγροτεμάχιο. Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί το υπ’ αριθμόν δέκα (10) τεμάχιο κατηγορίας Γ ενός γεωργικού κλήρου της διανομής 1931 του Υπουργείου Γεωργίας που περιήλθε στους πρόσφυγες …………ως κληροτεμάχιο, με βάση το υπ’ αριθμόν 676/8-2-1944 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 1474, με αριθμό 180. Στην συνέχεια οι παραπάνω, με το από 12 Ιανουαρίου 1937 ιδιωτικό πωλητήριο έγγραφο, της πωλήσεως και μεταβιβάσεως αυτής κυρωθείσης με την υπ’ αριθμόν 131/15-10-1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο 59, με αριθμό 28944, μεταβίβασαν στην ………. το παραπάνω αγροτεμάχιο. Η τελευταία πέθανε στις 28 Ιουλίου 1987 στην Αθήνα και με την από 15-1-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση του της 26-01-1990, με το υπ’ αριθμόν 348/26-1-1990 πρακτικό του και καταχωρήθηκε στα βιβλία Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο 1371 με αριθμό 40, άφησε κληρονόμο την κόρη της ……. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε η δικαιοπάροχος των εναγόντων …., δυνάμει της υπ’ αριθμόν 2.494/5-4-1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ……. η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, στον τόμο ….., με αριθμό … καθώς και στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στον τόμο .., με αριθμό ….. Τα δύο (2) ως άνω όμορα αγροτεμάχια, τα οποία φέρουν τους κτηματολογικούς αριθμούς 9 και 10, της διανομής του 1931 του αγροκτήματος “…..”, τα αγόρασαν οι ενάγοντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας εκ πωλήσεως της δυνάμει του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ…….συμβολαίου  αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ……, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο … και αριθμό ….. Επίσης, οι ενάγοντες, οι οποίοι προέβησαν στην αγορά του ακινήτου, το έτος 1997, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονται αδιάλειπτα από τότε, με νόμιμο τίτλο (νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αγοράς του) και θεωρώντας καλόπιστα ότι αυτοί είναι οι κύριοι του, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν ή να αμφισβητηθεί ποτέ η νομή τους επ’ αυτού, ασκώντας όλες τις υλικές και εμφανείς πράξεις που εκδήλωναν τη βούληση τους για εξουσίασή τους. Ειδικότερα, τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, μεταξύ άλλων, το είχαν περιφράξει με συρματόπλεγμα, το επισκέπτονταν τακτικά, το καθάριζαν και επ’ αυτού ο πρώτος ενάγων έχει εναποθέσει διάφορα είδη της επιχείρησης του λόγω του ότι το επίδικο είναι περιφραγμένο και τα πράγματα αυτά είναι επαρκώς προστατευμένα. Επίσης, πέραν του ότι το ακίνητο ήταν περιφραγμένο και τα παλιά του συρματοπλέγματα υπάρχουν ακόμα, οι ενάγοντες κατασκεύασαν τσιμεντένια τοιχία και τοποθέτησαν και νέα υψηλότερη περίφραξη για την προστασία της περιουσίας τους και επιπλέον κατασκεύασαν και πόρτα από συρματόπλεγμα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν για τις πράξεις τους αυτές. Επιπλέον δήλωναν το ακίνητο κατ’ έτος στις σχετικές δηλώσεις της εφορίας. Τις ίδιες εμφανείς πράξεις νομής ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι τους, οι οποίοι πέραν του ότι δήλωναν το ακίνητο στις φορολογικές τους δηλώσεις, το είχαν περιφράξει, το καθάριζαν και το επισκέπτονταν ανελλιπώς, τουλάχιστον από το έτος 1947, οπότε παραχωρήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο αυτών, Στυλιανό Τσουκαλά του Κωνσταντίνου, δυνάμει του υπ’ αριθ. 2.721/16-1-1947 παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το τμήμα του ευρύτερου γεωτεμαχίου που αποτελούσε το κληροτεμάχιο με αριθμό 9. Περαιτέρω, η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο υπάγεται στις κτηματογραφημένες περιοχές του Ν. Αττικής. Εκ παραδρομής όμως σχετικά με το εάν το ακίνητο υπάγεται στα όρια του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου ή του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς και επειδή οι ενάγοντες πίστευαν ότι αυτό υπάγεται στον δήμο Κηφισιάς που δεν έχει κηρυχθεί υπό κτηματογράφηση, παρέλειψαν να υποβάλουν μέσα στη νόμιμη προθεσμία στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο την προβλεπόμενη από το νόμο δήλωση ιδιοκτησίας του. Όταν διαπίστωσαν ότι αυτό ενέπιπτε εντός των ορίων του δήμου Μελισσιών όπου είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία  το  οικείο κτηματολογικό γραφείο, ανέθεσαν σε πληρεξούσιο δικηγόρο τους να καταχωρήσει την ιδιοκτησία τους στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου, οπότε διαπίστωσαν ότι κατά την κτηματογράφηση του στο στάδιο των αρχικών εγγραφών, το επίδικο είχε διασπασθεί σε δύο επί μέρους εδαφικά τμήματα με διαφορετικά ΚΑΕΚ: 1) τον ΚΑΕΚ 05 092 0101 068/0/0 με αναγραφόμενους ως ιδιοκτήτες τους ……. κατά ποσοστό συγκυριότητας 25% και 75 % εξ αδιαιρέτου τον καθένα εξ αυτών αντιστοίχως, -κατά των οποίων οι ενάγοντες άσκησαν την από …..2008 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1070/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία η υπ’ αριθμ. 5412/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκαν τελεσιδίκως συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος του ακινήτου με το παραπάνω ΚΑΕΚ και διατάχθηκε η σχετική διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής. 2) ένα τμήμα εμβαδού 400 τ.μ. (επίδικο), με αριθμό ΚΑΕΚ 05 092 0101 050/0/0 και αναγραφόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ ……., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …….. και εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …. και δυτικά με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ….. Ενώ δηλαδή το επίδικο ακίνητο έχει ενιαία μορφή και είναι ενιαία περιφραγμένο, το κτηματολόγιο το διέσπασε και δημιούργησε δύο ιδιοκτησίες. Κατόπιν έρευνας οι ενάγοντες διαπίστωσαν σχετικά με το με αριθμό ΚΑΕΚ ……. γεωτεμάχιο (επίδικο), με αναγραφόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ότι παρά το γεγονός ότι η κτήση της ιδιοκτησίας τους εξικνείται εκ νόμιμα μεταγεγραμμένων κατά τα ανωτέρω παραχωρητηρίων του Υπουργείου Γεωργίας και παρ’ ότι έχει εκδοθεί και μάλιστα προσαρτάται και στο νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. ……συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ……., με το οποίο αγόρασαν τα δύο ως άνω όμορα ακίνητα, το υπ’ αριθμ. πρωτ. 08/ΔΑΣ/ΠΕ/791 από 3.10.1997 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής που συνοδεύεται και από σχετικό σχεδιάγραμμα, από το οποίο προκύπτει ότι τα ανωτέρω όμορα αγροτεμάχια με αριθμούς 9 και 10 δεν είναι δασική έκταση ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου, αλλά τμήμα της ιδιοκτησίας τους, εντούτοις το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε μέρος της άνω ιδιοκτησίας τους, επιφανείας 400 τ.μ. ως ανήκουσα στο ίδιο, υποβάλλοντας και ένσταση κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της Β’ ανάρτησης. Σε συνέχεια μάλιστα του παραπάνω εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, το Δασαρχείο Πεντέλης με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 4712/2.6.2006 έγγραφο του έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην 1566/10.3.1999 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πεντέλης, πράξη που κατέστη τελεσίδικη και χαρακτηρίζει την επίδικη έκταση ως μη δασική. Η προαναφερόμενη ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξ αιτίας και της απουσίας των εναγόντων από την διαδικασία της συζητήσεως της, καθόσον δεν κλήθηκαν σε αυτή ούτε έλαβαν γνώση περί αυτής, έγινε δεκτή και το τμήμα των 400 τ.μ. του ευρύτερου γεωτεμαχίου αποσπάστηκε από αυτό (ευρύτερο) και αφού του δόθηκε αριθμός ΚΑΕΚ …. καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου με αναγραφόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο ως δήθεν δασική έκταση. Αφού η περιοχή του Δήμου Μελισσιών κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με την με αριθ. 253/2/25.10.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΦΕΚ 1631/Β73.11.2004) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το Δήμο Μελισσιών και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3.11.2004. Το επίδικο, καταχωρήθηκε ως γεωτεμάχιο εμβαδού 400 τμ στον ΚΑΕΚ …… στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και φέρεται σε αυτά ως ιδιοκτησία του εναγομένου. Δεδομένου δε ότι το εναγόμενο με τις κατατεθείσες προτάσεις του αρνήθηκε γενικώς μόνο, την αγωγή, χωρίς να προβάλει ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ή να ισχυρισθεί ότι έλκει επ’ αυτού οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη αφού δεν αποδείχθηκε, όχι μόνο ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου αλλά ούτε ότι το εναγόμενο άσκησε για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα τη νομή του επιδίκου, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι μνημονευόμενες διατάξεις στη μείζονα σκέψη της παρούσας για την κτήση κυριότητας του δημοσίου επί δασικής εκτάσεως. Επίσης, πρέπει να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι κατά παράγωγο αλλά και κατά πρωτότυπο (τακτική χρησικτησία) τρόπο κτήσης της κυριότητας τους και κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο ανήκει κατά συγκυριότητα σε αυτούς. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους, βαρύνουν το εναγόμενο λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΚΙ 1/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 (ΑΠ 322/2008, Δημοσίευση Νόμος), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

                        Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου έκαστος, ενός γεωτεμαχίου – αγροτεμαχίου, εμβαδού 400 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «…..», στα Μελίσσια Αττικής και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ …………, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ………… και εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …… δυτικά με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …….., έχει λάβει ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ ……., εμβαδού 400 τ.μ., το οποίο φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το δήμο Μελισσιών, ως ιδιοκτησία του εναγομένου.

Διατάσσει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου για το δήμο Μελισσιών ως προς το παραπάνω ακίνητο, ώστε να φαίνεται ότι ανήκει κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες.

Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου τη δικαστική δαπάνη των εναγόντων την οποία ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.

 

 

 

Κτηματολόγιο | Διόρθωση αρχικής εγγραφής κατα αγνώστου ιδιοκτήτη

Διόρθωση αρχικής εγγραφής κατα αγνώστου ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία σύμφωνα άρθ.6 παρ. 3 ν. 2664/1998, όπως αντ/κε από το  άρθ. 2 παρ.2 ν. 3481/2006

 

 

Αριθμός Απόφασης

3519/2012

Η ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Η Κτηματολογική Δικαστής Αναστασία Ι. Σιώμου, Πρωτοδίκης, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη σύμπραξη της Γραμματέως Μαρίας Γιαννίμπα.

Συζήτησε δημόσια στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 6 Απριλίου 2012, την υπόθεση:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Ασημίνα Σακελλαρίου.

Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 234479/2009 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 12185/2.12.2009, προσδιορίστηκε για 1.10.2010 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση για την παραπάνω δικάσιμο (6.4.2012) και γράφτηκε στο πινάκιο (ΡΚ2-36).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια Δικηγόρος του αιτούντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου: α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 752 ΚΠολΔ), δ) με την προσεπίκληση τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 753). Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία ο καθ’ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη (ΑΠ 41/2003 ΕλλΔνη 2003.434, ΑΠ 1305/1994 ΕλλΔνη 1996. 638, Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας ΚΠολΔ II (2000), άρθρα 739-866, αριθ. 10-12).

ΙΙ. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 3 περίπτωση α’ του ν. 2664/1998 όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3481/2.8.2006, ορίζει: «Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη “άγνωστου ιδιοκτήτη” κατά  την  έννοια  της  παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωριστεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της ως άνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες. Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση  επικυρωμένου   αντιγράφου   της. Εφόσον η αίτηση γίνει  τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή». Από τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως “άγνωστου ιδιοκτήτη”, όποιος   ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της Δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης εγγραπτέου δικαιώματος κατά το χρόνο καταχώρισης της πρώτης εγγραφής είτε του αιτούντος είτε δικαιοπαρόχου του και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή “άγνωστου ιδιοκτήτη” δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος συγκεκριμένου δικαιούχου. Συνακόλουθα του παραπάνω αντικειμένου της Δίκης είναι τα εξής: α) Ο νόμος δεν προβλέπει την απεύθυνση της ως άνω αίτησης εναντίον οποιουδήποτε, όπως του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΚΧΕ, του Προϊσταμένου του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ή άλλου, αν τυχόν δε απευθυνθεί αυτή εναντίον τρίτου, δεν καθίσταται ο τελευταίος διάδικος από το γεγονός και μόνον τούτο, β) Δεν απαιτείται να ζητηθεί με την εν λόγω αίτηση η αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ούτε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της Δίκης που ανοίγεται δεν  είναι  η  αυθεντική  διάγνωση   δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι’ αυτό, άλλωστε, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2  του ν. 2664/1998 στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ας σημειωθεί ακόμη ότι η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος στο πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας θα είχε ως συνέπεια, με την τελεσιδικία της απόφασης, να αναγνωρίζεται το δικαίωμα τούτο έναντι πάντων, ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στη δίκη, που βέβαια δεν ισχύει στην αμφισβητούμενη διαδικασία και δεν είναι αυτός ο σκοπός του νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της περ. β’ της ίδιας παραγράφου (3), με την πιο πάνω αίτηση μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7α παρ.1 περ. α’ του αυτού νόμου, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, για τη διόρθωση της οποίας ισχύουν όσα ορίζονται στα άρθρα 6  και  7,  μέχρι την οριστικοποίηση της ισχύουν τα ακόλουθα: Τα μη καταχωρισθέντα στις πρώτες εγγραφές δικαιώματα μεταβιβάζονται και επιβαρύνονται σύμφωνα   με τις οικείες   γι’ αυτά   διατάξεις, χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης στις διατάξεις αυτές προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο κτηματολόγιο. Σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας, εφόσον ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρίσει στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου την αγωγή που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, την εγγραφή αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών εκθέτει ότι κατά το χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής (11.4.2005)  ο  αιτών  ήταν  ψιλός  κύριος  και  η   ήδη  από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του….. ήταν ισόβια επικαρπώτρια της περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομής, δυνάμει του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου [Α-1 διαμέρισμα Α' ορόφου Α' συγκροτήματος, 109 τμ, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 32 χιλιοστά]. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης – που έχει ήδη περαιωθεί – στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής, εντός των διοικητικών ορίων του οποίου βρίσκεται η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία, αυτή δεν καταχωρίστηκε αυτοτελώς αλλά το ποσοστό συγκυριότητας που αντιστοιχεί σε αυτή έχει συμπεριληφθεί στον ενιαίο ΚΑΕΚ …..(οριζόντιας ιδιοκτησίας) με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 42 χιλιοστά, και φέρεται εσφαλμένως ως αγνώστου κυρίου σε ποσοστό 50/100. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ώστε να καταχωριστούν τα παραπάνω δικαιώματα,   στο ένδικο    ποσοστό   50/100 εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω ακινήτου, αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος κύριος».

Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών που είναι αρμόδιος κατά τόπο (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3481/2.8.2006), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, 1) κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3481/2.8.2006 (υπ’ αριθ. 4846/11.12.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλείου Κουτσογιάννη και 2) καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα στα βιβλία του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής σύμφωνα με την αυτή ως άνω διάταξη (υπ’ αριθ. πρωτ. 5995/8.12.2009 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης). Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προπαρατεθείσες διατάξεις καθώς και σ’ εκείνες των άρθρων 513, 1002, 1033, 1117, 1192, 1198 ΑΚ, και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τα έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ’ αριθ. …..1979 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών …….., νομίμως μεταγεγραμμένου στις 14.4.1979 (υποθ/κείο Αγίας Παρασκευής, τόμος: …, αριθμός: …) ο αιτών απέκτησε την ψιλή κυριότητα και η ήδη από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του, ….απέκτησε την ισόβια επικαρπία της παρακάτω ένδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συγκροτήματος Α’ (Άλφα κεφαλαίο) της πολυκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίας Παρασκευής Απικής, επί της οδού ……..και ειδικότερα: το υπό στοιχεία Α-1  (Άλφα κεφαλαίο αριθμός ένα) διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με επιφάνεια 109 τετραγωνικών μέτρων και ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 32 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική  χρήση της υπό στοιχεία ….θέσης στάθμευσης αυτοκίνητοι επί του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου. Η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί με την υπ’ αριθ. …..1975 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών ….., νομίμως μεταγεγραμμένη, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Με την με αριθ. 291/1.4.2005 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) (ΦΕΚ 460/Β/11.4.2005) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 11.4.2005. Στα πιο πάνω κτηματολογικά βιβλία η ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία δεν έχει καταχωριστεί   αυτοτελώς    αλλά το ποσοστό συγκυριότητας που  αντιστοιχεί σε αυτή έχει συμπεριληφθεί στον ενιαίο ΚΑΕΚ 050020511003/0/23 (οριζόντιας ιδιοκτησίας), με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 42 χιλιοστά, και φέρεται εσφαλμένως ως αγνώστου: κυρίου σε ποσοστό 50/100, το οποίο είναι το ένδικο στην παρούσα Δίκη, ενώ κατά το λοιπό ποσοστό 50/100 φέρεται ότι ανήκει κατά κυριότητα στην …… (μη διάδικο), ως προς το τελευταίο δε αυτό ποσοστό, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 4023/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (τακτική διαδικασία) έχουν αναγνωριστεί τα υφιστάμενα κατά την έναρξη του κτηματολογίου δικαιώματα ψιλής κυριότητας του αιτούντος και ισόβιας επικαρπίας της αποβιωσάσης μητέρας του, και έχει διαταχθεί η αντίστοιχη διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να καταχωριστεί ότι κατά το χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής (11.4.2005) ο αιτών ήταν ψιλός κύριος και η ήδη από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του ήταν ισόβια επικαρπώτρια του ένδικου ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αυτοτελώς, αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος κύριος».

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής Αττικής για τον ομώνυμο Δήμο ως προς την παρακάτω οριζόντια ιδιοκτησία του συγκροτήματος Α’ (Άλφα κεφαλαίο) της πολυκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής, επί της οδού ….., και ειδικότερα: το υπό στοιχεία … διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με επιφάνεια …τετραγωνικών μέτρων και ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο …χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία … θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου επί του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, η οποία (οριζόντια ιδιοκτησία) δεν έχει καταχωριστεί αυτοτελώς αλλά το ποσοστό συγκυριότητας που αντιστοιχεί σε αυτή έχει συμπεριληφθεί στον ενιαίο ΚΑΕΚ …..(οριζόντιας ιδιοκτησίας), με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου 42 χιλιοστά, προκειμένου να καταχωριστεί ότι κατά το χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Απικής (11.4.2005) ο αιτών ήταν ψιλός κύριος και η ήδη από 13.10.2006 αποβιώσασα μητέρα του, ……… ήταν ισόβια επικαρπώτρια του ένδικου ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αυτοτελώς, αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος κύριος».

Κτηματολόγιο | Διόρθωση αρχικής εγγραφής κατα γνωστού ιδιοκτήτη

(Κτηματολόγιο) Διόρθωση αρχικής εγγραφής κατα γνωστού ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία  σύμφωνα άρθ.6 παρ. 3 ν. 2664/1998, όπως αντ/κε από το άρθ. 2 παρ.2 ν. 3481/2006

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

 

Αριθμός Αποφάσεως

4023/2011

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

—————

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Δημήτριο Σκουτέρη, Κτηματολογικό Δικαστή – Πρωτοδίκη και από την Γραμματέα Ιωάννα Βέττου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 11/1/2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντα – ενάγοντα: ………, ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Ασημίνας Σακελλαρίου.

Της καθης η κλήση – εναγομένης:……………., η οποία  δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

Προς ον η κοινοποίηση: Η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής που δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

Ο ενάγων άσκησε την από 17-11-2009 αγωγή του με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 12665/2009 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της άνω αγωγής εξεδόθη η υπ’αρ.4130/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της άνω υποθέσεως στο παρόν δικαστήριο. Την από 17-11-2009 αγωγή του ο ενάγων επανέφερε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου με την από 5-7-2010 κλήση η οποία κατατέθηκε με αριθμό καταθ. Δικογράφου 1765/2010 και προσδιορίστηκε να δικαστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως η πληρεξούσια δικηγόρος του ενάγοντος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων επαναφέρει με την από 27-07-2010 κατατεθείσα στη γραμματεία του δικάζοντος δικαστηρίου, υπό αυξ.αριθ.καταθ. 140186/ 1756/2010 κλήση, την από 02-12-2009 κατατεθείσα στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό αυξ.αριθ.κατάθ.234519/12665/ 2009 αγωγή, μετά την έκδοση της υπ’αριθμ.4130/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθήνας.

Από τη με αριθμό 6146γ/02-08-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……., που προσκομίζει και επικαλείται ο καλών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 27-07-2010 κατατεθείσης στη γραμματεία του δικάζοντος δικαστηρίου υπό αυξ.αριθ.καταθ. 140186/1756/2010 κλήσης, με την οποία επαναφέρεται σε συζήτηση μετά την έκδοση της υπ’αριθ.4130/2010 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, η από 02-12-2009 κατατεθείσα υπό αυξ.αριθ. κατάθ.234519/12665/2009 αγωγή του καλούντος-ενάγοντος, η οποία κλήση συνοδεύεται από πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη. Η τελευταία όμως δεν εμφανίστηκε στην παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου αν και κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρ.271 Κ.Πολ.Δ), όπως αυτή τροποποιήθηκε με το νόμο 3994/2011).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 271 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή τροποποιήθηκε με το νόμο 3994/2011, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 25-07-2011, “1.Αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. 2. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Διαφορετικά συζητεί την υπόθεση  ερήμην του εναγομένου. 3.Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως”. Σύμφωνα δε με την ακροτελεύτια διάταξη, του άρθρου 77 του ως άνω νόμου, “η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει απο τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επί μέρους διατάξεις”. Επειδή από καμία διάταξη του ίδιου νόμου περιλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 72 παρ.2, δεν ορίζεται ρητά διαφορετική ημερομηνία έναρξης ισχύος της διάταξης του άρθρου 271 Κ.Πολ.Δ ή άλλος περιορισμός σχετικά με την έκταση εφαρμογής της, αυτή τίθεται σε ισχύ άμεσα από τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ και καλύπτει και τις ήδη συζητηθείσες κατά τη ψήφιση του ως άνω νόμου αγωγές επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί κατά την ημερομηνία έναρξης του νόμου, δικαστική απόφαση.

Ο ενάγων εκθέτει στην ένδικη αγωγή ότι είναι αποκλειστικός κύριος του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου του Α συγκροτήματος της επί τη οδού……. πολυκατοικίας, όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο κατά θέση, όρια και έκταση αξίας 120.000 ευρώ, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής, που περιήλθε στην κυριότητά του κατά την ψιλή του κυριότητα με αγορά (του σχετικού πωλητηρίου συμβολαίου έχοντος νομίμως μεταγραφεί), κατά δε την επικαρπία με κληρονομία της αποβιωσάσης την 13-10-2006 μητέρας του …… Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, από παραδρομή δεν υπέβαλλε δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ν.2308/1995, όταν δε προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες για την καταχώρησή του, διαπίστωσε ότι από το ΚΑΕΚ του γεωτεμαχίου στο οποίο υφίσταντο τα ακαταχώρητα χιλιοστά επ’αυτού, από τα οποία θα αντλούνταν 32 χιλιοστά για την καταχώρηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, είχαν αφαιρεθεί 42 χιλιοστά και είχαν καταχωρηθεί σε οριζόντια ιδιοκτησία της εναγομένης με ΚΑΕΚ ……, την οποία προσδιορίζει στο αγωγικό δικόγραφο, μη δυναμένης πλέον συνεπεία της ανωτέρω καταχώρησης, της καταχώρησης και του δικού του εμπράγματου δικαιώματος. Ότι η ιδιοκτησία της εναγομένης, η οποία βρίσκεται σε πολυκατοικία ανεγερθείσα σε άλλο γεωτεμάχιο και σε άλλη οδό του ίδιου δήμου, εμφανίζεται κατόπιν της ανωτέρω εσφαλμένης καταχώρησης, ως οριζόντια ιδιοκτησία της πολυκατοικίας στην οποία υφίσταται η δική του οριζόντια ιδιοκτησία. Μετά από αυτά ζητά να αναγνωριστεί ο ίδιος ψιλός κύριος και η αποβιώσασα μητέρα του  επικαρπώτρια του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής.

Η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο καθ’ύλη (άρθρα 6 παρ.2 ν.2664/1998 σε συνδυασμό με 9,10,11 αρ.1, 14 έως 17,18 ΚΠολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 29 ΚπολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αγ.Παρασκευής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1 περ.ιβ’ και 5 του ν.2664/1998 και 220 ΚπολΔ (βλ. το με αριθμό πρωτοκ….. πιστοποιητικό καταχώρισης του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1,2 του ν.2664/1998, 513, 1033, 1192, 1198, 1041, 1045 ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν ερήμην της εναγομένης.

Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπάγγελτα και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφό της επιτρέπεται η ομολογία. Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ουσίαν, διότι, εφόσον η εναγομένη ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, δεδομένου ότι θεωρούνται ομολογημένοι, εκ μέρους της ερημοδικαζομένης εναγομένης (άρθρ.271 παρ.3 σε συνδυασμό με το άρθρ. 352 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ) και να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι ψιλός κύριος, η δε αποβιώσασα στις 13 Οκτωβρίου 2006 μητέρα του ………..επικαρπώτρια του υπό στοιχεία Άλφα ένα (Α-1) διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειου ορόφου του συγκροτήματος Άλφα (Α) της επί της οδού ………..πολυκατοικίας που φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής Αττικής με ΚΑΕΚ …., το οποίο έχει εμβαδό 109 τμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο γεωτεμάχιο 32/1000 εξ’αδιαιρέτου. Επίσης, να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής, ώστε το ποσοστό συγκυριότητας του 50% εξ αδιαιρέτου του ΚΑΕΚ ……….. που φέρει ως ιδιοκτήτρια την εναγομένη, να αναγραφεί ο ενάγων ως ψιλός κύριος και η μητέρα του ως επικαρπώτρια του υπό στοιχεία Άλφα ένα (Α-1) διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου του συγκροτήματος Άλφα (Α) της επί της οδού ….. πολυκατοικίας, με τίτλο κτήσεως το με αριθμό …. συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγ.Παρασκευής στο τόμο …με αριθμό …. Εξάλλου, πρέπει να οριστεί παράβολο για την περίπτωση που η εναγόμενη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 501, 502 παρ.1 και 505 παρ.2 του Κ.ΠολΔ)

        ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εναγομένης.

Ορίζει το παράβολο της ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200) ευρώ.

Δέχεται την αγωγή ως ουσία βάσιμη.

Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων είναι ψιλός κύριος, η δε αποβιώσασα στις 13 Οκτωβρίου 2006 μητέρα του…. επικαρπώτρια του υπό στοιχεία Άλφα ένα (Α-1) διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου του συγκροτήματος Άλφα (Α) της επί της οδού …. πολυκατοικίας, που φέρεται που φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής Αττικής με ΚΑΕΚ …… το οποίο έχει εμβαδό 109 τμ και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο γεωτεμάχιο 32/1000 εξ’ αδιαιρέτου.

Διατάζει τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγ.Παρασκευής, ώστε στο ποσοστό συγκυριότητας του 50% εξ’αδιαιρέτου του ΚΑΕΚ ……….. που φέρει ως ιδιοκτήτρια την εναγομένη, να αναγραφεί ο ενάγων ως ψιλός κύριος και η μητέρα του  ως επικαρπώτρια του υπό στοιχεία Άλφα ένα (Α-1) διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου του συγκροτήματος Άλφα (Α) της επί της οδού …. πολυκατοικίας,  με τίτλο κτήσεως το με αριθμό 14.446/1979 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Πολυχρόνη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου  Αγ.Παρασκευής στο τόμο … με αριθμό ….